Διονύσιος Σολωμός «Ο Κρητικός» (Αφηγηματικές Τεχνικές)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Dan Breckwoldt

Διονύσιος Σολωμός «Ο Κρητικός» (Αφηγηματικές Τεχνικές)

Αφηγητής:
Ο επινοημένος αφηγητής του ποιήματος είναι δραματοποιημένος και ομοδιηγητικός, αποτελεί δηλαδή πρόσωπο της ιστορίας που αφηγείται, και συνάμα αυτοδιηγητικός, καθώς είναι πρωταγωνιστικό πρόσωπο της αφηγούμενης ιστορίας.
Επιπλέον, ο αφηγητής μπορεί να χαρακτηριστεί αξιόπιστος, υπό την έννοια πως ο αναγνώστης μπορεί να εμπιστευτεί τα λεγόμενά του, αλλά και αυτοσυνειδητοποιημένος, μιας κι έχει συνείδηση του γεγονότος ότι αφηγείται μια ιστορία: «Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια».
- Η αφήγηση της ιστορίας δίνεται σε πρώτο πρόσωπο, στοιχείο που ενισχύει την παραστατικότητα της αφήγησης και της προσδίδει την αλήθεια του προσωπικού βιώματος.

Οπτική γωνία:
Η αφήγηση μας δίνεται από την οπτική γωνία του πρωταγωνιστή Κρητικού.

Εστίαση:
Η αφήγηση γίνεται με εσωτερική εστίαση, καθώς αντικρίζουμε τα γεγονότα από την οπτική γωνία του ήρωα-αφηγητή. Η εσωτερική εστίαση σημαίνει περιορισμένη θέαση της ιστορίας, υπό την έννοια πως ο αφηγητής δεν έχει γνώση όλων των παραμέτρων της ιστορίας που βιώνει, δεν μπορεί για παράδειγμα να γνωρίζει τις σκέψεις των άλλων προσώπων της ιστορίας.
Στους αναγνώστες, επομένως, παρουσιάζονται τα γεγονότα όπως τα βίωσε και τα αντιλήφθηκε ο ήρωας-αφηγητής.

Χρόνος της ιστορίας:
Τα γεγονότα της κύριας αφήγησης λαμβάνουν χώρα κάποια στιγμή το 1824 μετά τη φυγή χιλιάδων κατοίκων της Κρήτης με πλοία από τη νότια και τη δυτική Κρήτη. Ενώ, ειδικότερα το ναυάγιο και οι θαυμαστές εμπειρίες της Φεγγαροντυμένης και του γλυκύτατου ήχου, πιθανώς να διαρκούν μόλις μια νύχτα.

Αφηγηματικός χρόνος:
Σε ό,τι αφορά την αφηγηματική οργάνωση του χρόνου διακρίνουμε τρεις κατηγορίες: την τάξη ή σειρά, τη διάρκεια και τη συχνότητα.

Α. Τάξη – σειρά
Η τάξη ή σειρά αφορά τη σχέση ανάμεσα στη χρονική διαδοχή των γεγονότων στην ιστορία και τη σειρά με την οποία αυτά αναδιατάσσονται μέσα στο αφηγηματικό κείμενο.
Οι χρονικές ασυμφωνίες ανάμεσα στην ιστορία και την αφήγηση ονομάζονται αναχρονίες και διακρίνονται σε αναλήψεις και προλήψεις. Ανάληψη είναι κάθε ανάκληση γεγονότος που χρονικά είναι προγενέστερο από το σημείο της ιστορίας στο οποίο βρισκόμαστε σε μια συγκεκριμένη στιγμή∙ αντίθετα, πρόληψη είναι κάθε αφηγηματικός ελιγμός που συνίσταται στην πρόωρη αφήγηση ενός μελλοντικού γεγονότος.

Σύμφωνα με τη διάκριση των χρονικών επιπέδων που κάνει ο Ε. Καψωμένος, ο μύθος του Κρητικού αναπτύσσεται σε τέσσερα χρονικά επίπεδα:
- Το πρώτο καλύπτει το χρόνο του ναυαγίου και της θαυμαστής εμπειρίας.
- Το δεύτερο την προϊστορία του ήρωα στην Κρήτη.
- Το τρίτο χρονικό επίπεδο είναι η ζωή του πρόσφυγα μετά το ναυάγιο και το χαμό της κόρης.
- Το τέταρτο είναι ο οραματισμός της έσχατης Κρίσης.

Το πρώτο επίπεδο (όσα διαδραματίζονται την ώρα που ο ήρωας είναι ναυαγός) αποτελεί επί της ουσίας το παρόν της ιστορίας και συνιστά το βασικό μέρος της αφήγησης. Ενώ, το τρίτο επίπεδο (η ζωή δηλαδή του ήρωα ως πρόσφυγα μετά το ναυάγιο) αποτελεί το παρόν της αφήγησης, καθώς τότε, ως επαίτης, διηγείται την ιστορία του.

1η Ενότητα:
Το ξεκίνημα της αφήγησης με χρόνο Παρατατικό (εκοίταα) υποδηλώνει πως η διήγηση αφορά παρελθοντικά γεγονότα τα οποία δίνονται στο πλαίσιο μιας αναδρομικής αφήγησης. Τα γεγονότα αυτά, ωστόσο, αποτελούν τον κύριο αφηγηματικό κορμό, γι’ αυτό και τα εκλαμβάνουμε ως το παρόν της ιστορίας (πρώτο επίπεδο).

2η Ενότητα:
Ο πρώτος στίχος «πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια», φανερώνει πως βρισκόμαστε στο παρόν του αφηγητή, τη στιγμή που ως επαίτης αφηγείται την ιστορία του (τρίτο επίπεδο).
Ενώ, ο όρκος που ακολουθεί μας δίνει στοιχεία για το παρελθόν του αφηγητή και μας περνά σ’ ένα χρονικό επίπεδο προγενέστερο από αυτό του ναυαγίου (δεύτερο επίπεδο). Έχουμε, οπότε, αναδρομή.
Οι παρενθετικοί στίχοι που ακολουθούν (5-18) αποτελούν πρόληψη καθώς μεταφερόμαστε σ’ ένα μελλοντικό σημείο, αλλά και παρέκβαση, καθώς προχωράμε σ’ ένα κατά πολύ μεταγενέστερο σημείο που δεν ακολουθεί τη ροή της αφηγούμενης ιστορίας. Πρόκειται για τον οραματισμό της έσχατης Κρίσης, που συνιστά το τέταρτο χρονικό επίπεδο της αφήγησης.

3η Ενότητα:
Με την παρατήρηση του πρώτου στίχου «ακόμη εβάστουνε η βροντή...» επιστρέφουμε στο σημείο όπου είχε διακοπεί η ροή της αφήγησης στην 1η ενότητα∙ επιστρέφουμε δηλαδή στα γεγονότα του ναυαγίου, που αποτελούν την κύρια αφήγηση (παρόν της ιστορίας – πρώτο επίπεδο).

4η Ενότητα:
Η τέταρτη ενότητα κινείται κυρίως στο παρόν της ιστορίας, στο πρώτο δηλαδή χρονικό επίπεδο. Εμπεριέχει, εντούτοις, δύο αναδρομικές αφηγήσεις.
Η πρώτη αναδρομή δίνεται στο πλαίσιο της προσπάθειας του αφηγητή να θυμηθεί που έχει δει ξανά τη μορφή της Φεγγαροντυμένης (έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω). Έτσι, οι τρεις πιθανές επιλογές των στίχων 11-17, μας περνούν στο δεύτερο επίπεδο, στο παρελθόν δηλαδή του ήρωα.
Αντιστοίχως, επιστρέφουμε στο δεύτερο επίπεδο, όταν ο ήρωας αναθυμάται όσα οδυνηρά έζησε στην Κρήτη (στίχοι 31-36).

5η Ενότητα:
Η πέμπτη ενότητα κινείται επίσης στο παρόν της ιστορίας, στο πρώτο χρονικό επίπεδο. Εμπεριέχει, ωστόσο, ορισμένες αναχρονίες.
Ειδικότερα: Στους στίχους 5, 7, 9, 13-14 (Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχιω πλιά το χέρι...), η αφήγηση μεταβαίνει στο τρίτο επίπεδο, στο παρόν του αφηγητή, και συνιστά πρόληψη (πρόδρομη αφήγηση) σε σχέση με το παρόν της ιστορίας.
 Ενώ, στους στίχους 6, 16-20, έχουμε αναδρομή στο παρελθόν του ήρωα στην Κρήτη, και άρα μετάβαση στο δεύτερο χρονικό επίπεδο. Αντίστοιχη μετατόπιση έχουμε και στους στίχους 36-42, όπου ο ήρωας αναθυμάται τις στιγμές που βρισκόταν μόνος του στον Ψηλορείτη.

Β. Διάρκεια – Ρυθμός αφήγησης
Η δεύτερη κατηγορία αφηγηματικής οργάνωσης του χρόνου είναι η διάρκεια, δηλαδή η σχέση ανάμεσα στη χρονική διάρκεια των γεγονότων στην ιστορία, και στην έκταση που καταλαμβάνει η αφήγησή τους μέσα στο κείμενο.
Σε ό,τι αφορά τη διάρκεια διακρίνουμε τέσσερις κατηγορίες αφηγηματικού ρυθμού (ή ταχύτητας): τη σκηνή, την έλλειψη, την περίληψη ή σύνοψη και την παύση.

Η σκηνή χαρακτηρίζεται από την ισοχρονία ανάμεσα στην ιστορία και την αφήγηση (ΧΑ=ΧΙ). Ο Χρόνος της Αφήγησης συμπίπτει με το Χρόνο της Ιστορίας, όταν έχουμε διάλογο μεταξύ προσώπων και όταν έχουμε εσωτερικό μονόλογο.
Στον Κρητικό ο μόνος ολοκληρωμένος διάλογος είναι αυτός της παρέκβασης στη δεύτερη ενότητα, όπου ο ήρωας συνδιαλέγεται με τους αχνούς αναστημένους.
Ως εσωτερικό μονόλογο μπορούμε να εκλάβουμε τα σημεία όπου ο ήρωας αποδίδει τις σκέψεις και τα συναισθήματα που του προκαλεί η εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης, όπως για παράδειγμα στους στίχους 13-18 (Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύ καιρό οπίσω...).
Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί πως η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου δεν χρησιμοποιούταν ιδιαίτερα εκείνη την εποχή.

Η περίληψη ή σύνοψη αποτελεί μορφή ανισοχρονίας που και αυτή χαρακτηρίζεται από ρυθμούς επιτάχυνσης, λιγότερου γοργούς όμως από αυτούς της έλλειψης. Ενδέχεται για παράδειγμα να συνοψιστεί μέσα σε λίγες φράσεις η ζωή ενός ανθρώπου (ΧΑ < ΧΙ).
Ένα χαρακτηριστικό σημείο περίληψης έχουμε στην 5η ενότητα, στο κλείσιμο του ποιήματος, όπου ο αφηγητής αναφέρει «Και τέλος φθάνω στο γιαλό...» χωρίς επί της ουσίας να δώσει περισσότερα στοιχεία για το πόσος χρόνος μεσολάβησε ή τι άλλο ενδεχομένως συνέβη από τη στιγμή που σταμάτησε ο γλυκύτατος ήχος και μέχρι να φτάσει με την κόρη στο γιαλό.

Στην παύση ένα τμήμα της αφήγησης, που οπωσδήποτε έχει κάποια διάρκεια (έστω και ως αναγνωστικός χρόνος), δεν έχει αντίστοιχό του στην ιστορία (ΧΑ=ν > ΧΙ=0). Η αφήγηση, δηλαδή, συνεχίζεται, ενώ η ιστορία έχει χαθεί απ’ τα μάτια μας. Η συνέχιση της αφήγησης μπορεί να πάρει τη μορφή παρεκβάσεων, σκέψεων ή σχολίων του αφηγητή ή, πολύ συχνά, περιγραφών.

Ας προσεχθεί πως οι περιγραφές, τα σχόλια και οι παρεκβάσεις συνιστούν επιβραδύνσεις σε ό,τι αφορά το ρυθμό της αφήγησης.

Περιγραφές

1η Ενότητα:
Στο πλαίσιο της 1η ενότητας δίνονται κάποια στοιχεία περιγραφής σε σχέση με τη φύση κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

2η Ενότητα:
Στο πλαίσιο της παρένθετης ενότητας δίνεται περιγραφή του χώρου όπου θα πραγματοποιηθεί η Τελική Κρίση, με πολλά στοιχεία εγκοσμίωσης. Ενώ, συνάμα, δίνονται και περιγραφικά στοιχεία σε σχέση με την αγαπημένη του ήρωα.

3η Ενότητα:
Στην ενότητα αυτή έχουμε περιγραφή της θάλασσας (μετάβαση από την ταραχή της τρικυμίας στην απόλυτη γαλήνη), καθώς και περιγραφή της υπερβατικής μορφής.

4η Ενότητα:
Εκτενής περιγραφή της Φεγγαροντυμένης και των θεϊκών της ιδιοτήτων, με ιδιαίτερη έμφαση στο στοιχείο του φωτός.     

5η Ενότητα:
Στην ενότητα αυτή έχουμε περιγραφικές αναφορές στις ηρωικές μάχες απ’ το παρελθόν του ήρωα, αλλά και λυρικές περιγραφές της ομορφιάς του τοπίου στο πλαίσιο των αποφατικών παρομοιώσεων.

Γ. Συχνότητα
Η τρίτη κατηγορία αφηγηματικής οργάνωσης είναι η συχνότητα, η οποία συνίσταται στη σχέση ανάμεσα στις φορές που ένα γεγονός συμβαίνει στην ιστορία και στις φορές που αυτό αναφέρεται στην αφήγηση.
Στον Κρητικό έχουμε μοναδική αφήγηση των γεγονότων, υπό την έννοια πως κάθε γεγονός που συμβαίνει δίνεται μία φορά στο πλαίσιο της αφήγησης.

Αφηγηματικοί Τρόποι

Αφήγηση:
Η αφήγηση δίνεται σε πρώτο πρόσωπο από τον αφηγητή (μίμηση).

Διάλογος:
Ο μόνος ολοκληρωμένος διάλογος του ποιήματος εντοπίζεται στην παρέκβαση της 2ης ενότητας.

Περιγραφή:
Στο ποίημα αυτό συναντάμε στοιχεία περιγραφής σε κάθε επιμέρους ενότητα.

Εσωτερικός μονόλογος:
Αν και συνιστά μη διαδεδομένη τεχνική εκείνης της εποχής, ωστόσο εντοπίζουμε ορισμένα σημεία απόδοσης σκέψεων και συναισθημάτων του ήρωα, τα οποία μπορούν να εκληφθούν ως φανερώματα εσωτερικού μονολόγου.

Σχόλια:
Ο ήρωας-αφηγητής στο πλαίσιο της αφήγησης και των περιγραφών εντάσσει κάποιες παρατηρήσεις που μπορούν να εκληφθούν ως σχόλια.
Παραδείγματα:

«Σύρριζα στη Λαβύρινθο, π’ αλαίμαργα πατούσα», όπου ο ήρωας σχολιάζει το πολεμικό του μένος.

«Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει» ένα από τα σχόλια του ήρωα πάνω στην ιδιαίτερη φύση του γλυκύτατου ήχου.

«Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου / Βλέπουνε μες στην άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου», σχόλιο του αφηγητή σε σχέση με τη δυνατότητα της Φεγγαροντυμένης να διαβάζει και τις πιο μύχιες σκέψεις του. 

Κώστας Βάρναλης «Οι μοιραίοι»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Ralph Hedley

Κώστας Βάρναλης «Οι μοιραίοι»

Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει;
   Κανένα στόμα
δεν το ‘βρε και δεν το ‘πε ακόμα.

Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα,
όπου μας εύρει, μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!

άσωτος: ατέλειωτος, απέραντος.
κροκάτη γάζα: λεπτό διαφανές ύφασμα με τα χρώματα του λουλουδιού κρόκος. Της αυγής κροκάτη γάζα· η αυγή· η εικόνα υποδηλώνει τη διαύγεια της ατμόσφαιρας και τα χρώματα του πρωινού και είναι δανεισμένη από τον Όμηρο, που αποκαλούσε την αυγή «Κροκόπεπλο Ηώ».
στοιχειό: φάντασμα.
κοντοήμερη: που της απομένουν λίγες ακόμη μέρες ζωής.
Παλαμήδι: το γνωστό κάστρο του Ναυπλίου, όπου βρίσκονταν παλαιότερα οι πιο άθλιες ελληνικές φυλακές για βαρυποινίτες.
Γκάζι: κακόφημη αθηναϊκή συνοικία.
ζαβό ριζικό: στραβή και ανάποδη τύχη.

Οι μοιραίοι το δημοφιλέστερο ποίημα του Βάρναλη, χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα κατορθώματα του νεοελληνικού λυρισμού. Το ποίημα πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μαύρος Γάτος το 1922, τον ίδιο χρόνο που ο ποιητής με τη σύνθεσή του Το φως που καίει εγκαταλείποντας τις προηγούμενες αναζητήσεις του χάραξε τη νέα του πορεία: να υπηρετήσει με την τέχνη του την αριστερή ιδεολογία στην οποία είχε ενταχθεί.
Ο κοινωνικός στόχος του ποιήματος είναι σαφής: να απεικονίσει με τα πιο παραστατικά χρώματα τη δυστυχία των απόκληρων της ζωής.

«Μες στην υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισιές
(απάνω στρίγκλιζε η λατέρνα)
όλ’ η παρέα πίναμ’ εψές∙
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.»

Ο χώρος όπου εκτυλίσσεται η δράση του αφηγηματικού αυτού ποιήματος είναι μια υπόγεια ταβέρνα γεμάτη καπνούς απ’ τα τσιγάρα και βρισιές απ’ τους θαμώνες. Ενώ, ως στοιχείο εξωτερικού χώρου τίθεται παρενθετικά η σημείωση για τον ενοχλητικό ήχο της λατέρνας. Συντίθεται, έτσι, το σκηνικό μιας φτωχογειτονιάς, της οποίας οι άνθρωποι βρίσκουν ως μόνη διαφυγή απ’ τη δυστυχία τους το πιοτό (να πάνε κάτου τα φαρμάκια).
Ο αφηγητής αποτελεί μέλος της παρέας (πίναμε, α΄ πληθυντικό), που χθες το βράδυ -όπως και κάθε βράδυ άλλωστε- συναντήθηκε στην υπόγεια αυτή ταβέρνα, για να πνίξει τα φαρμάκια της δύσκολης ζωής στο ποτό. Το σχόλιο «σαν όλα τα βραδάκια» καθιστά σαφές πως η καταφυγή στο ποτό, αλλά και η συνάντηση των φίλων, συνιστά μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία∙ έναν τρόπο ζωής, που φανερώνει παραστατικά την ένταση της δυστυχίας που βιώνουν, και τη συνεπαγόμενη ανάγκη να αποζητούν την παρηγοριά της συντροφικότητας.

«Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.»

Τα μέλη της παρέας σφίγγονται ο ένας πλάι στον άλλον είτε λόγω της στενότητας του χώρου είτε γιατί καθώς συζητούν θέλουν να πλησιάσουν περισσότερο μεταξύ τους. Ενώ, η αναφορά στη συνήθειά τους να φτύνουν στο δάπεδο, σε συνδυασμό και με τις βρισιές που ακούγονται στην ταβέρνα, δίνει μια ρεαλιστική εικόνα ανθρώπων χαμηλού βιοτικού επιπέδου.
Με τη γενικής ισχύος διαπίστωση πως το βάσανο της ζωής είναι πολύ μεγάλο, και πως όσο κι αν τυραννά κανείς τη σκέψη του δεν μπορεί να θυμηθεί μιαν άσπρη μέρα (μεταφορά), μια μέρα ευτυχίας, δίνεται απ’ τον αφηγητή το κλίμα των συζητήσεων και των προβληματισμών της παρέας. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η εναργής παρουσίαση της δυστυχίας των κεντρικών προσώπων, αλλά και η ταύτισή τους με σημαντικό μέρος του πληθυσμού εκείνης της εποχής, που βρισκόταν ανάλογα αντιμέτωπο με την οικονομική ανέχεια και τα συνεχή προβλήματα του δύσκολου βιοπορισμού.

«Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ’ άσωτ’ ουρανού!
Ω! της αυγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!»

Η αντίθεση που δημιουργείται ανάμεσα στην ομορφιά του φυσικού περιβάλλοντος και τη μίζερη υπόγεια ταβέρνα, έρχεται να τονίσει ακόμη περισσότερο το βαθμό στον οποίο οι φτωχοί άνθρωποι μένουν αποκλεισμένοι από τη βίωση των ευδαιμονικών πτυχών της ζωής.
Ο ήλιος, η γαλάζια θάλασσα, ο ορίζοντας του απέραντου ουρανού, τα θελκτικά χρώματα της αυγής, όπως και τα εντονότερα χρώματα της δύσης, όλα προσφέρουν απλόχερα το απροσμέτρητο κάλλος τους, χωρίς ωστόσο να κατορθώνουν ν’ αγγίξουν την καρδιά των βασανισμένων ανθρώπων. Η φτώχεια, η απόγνωση και τα συνεχή προβλήματα δεν τους επιτρέπουν να νιώσουν τη χαρά και την αισιόδοξη διάθεση που ευαγγελίζεται η αρμονία και η ομορφιά της φύσης. Άλλωστε, για τους ανθρώπους που έρχονται αντιμέτωποι με τόσο σημαντικές δυσκολίες, η ωραιότητα της φύσης και η προσδοκία της ευδαιμονίας που προκύπτει μέσα από αυτή, καθιστούν ακόμη πιο δυσβάσταχτη την αγωνία τους.

«Του ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό
τ’ άλλου κοντόημερ’ η γυναίκα
στο σπίτι λιώνει από χτικιό∙
στο Παλαμήδι ο γιος του Μάζη
κι η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.»

Ο αφηγητής προχωρά, μάλιστα, σε μια πιο συγκεκριμένη απαρίθμηση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα μέλη της παρέας, ώστε να γίνει πιο σαφές το πλέγμα των αντιξοοτήτων που γεννά αδιάκοπα την απελπισία που τους χαρακτηρίζει. Ο πατέρας του ενός είναι παράλυτος εδώ και δέκα χρόνια, έχοντας καταντήσει πλέον σαν στοιχειό απ’ την απώλεια βάρους και την ακινησία∙ του άλλου η γυναίκα λιώνει από τη φυματίωση. Ενώ, ο γιος του Μάζη βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές των βαρυποινιτών στο Παλαμήδι, κι η κόρη του Γιαβή εκδίδεται στο Γκάζι.
Με τις τέσσερις ξέχωρες αυτές περιπτώσεις ο ποιητής δίνει με ιδιαίτερη παραστατικότητα την αθλιότητα που κατατρέχει τη ζωή των οικονομικά ασθενών στρωμάτων. Η έλλειψη χρημάτων έχει πάντοτε σοβαρό αντίκτυπο στην υγεία των ανθρώπων, οι οποίοι μη έχοντας πρόσβαση στην αναγκαία ιατρική περίθαλψη, καθίστανται βάρος για την ήδη επιβαρυμένη οικογένειά τους. Κακή διατροφή, απουσία επαρκούς καθαριότητας, επικίνδυνες εργασίες, ελλιπής θέρμανση, συνεχές άγχος και στεναχώρια∙ όλα στοιχεία που συμβάλλουν στην επιδείνωση της υγείας των ανθρώπων εκείνων που δεν γνωρίζουν την ασφάλεια της οικονομικής άνεσης. Ενώ, συνάμα, για τις οικονομικά εξαθλιωμένες οικογένειες υπάρχει πάντοτε κι ο κίνδυνος των λανθασμένων επιλογών υπό το κράτος της απόγνωσης. Η εγκληματικότητα και η πορνεία είναι δύο πτυχές του ίδιου επώδυνου νομίσματος για τους ανθρώπους εκείνους που στερούνται ακόμη και τα τελείως απαραίτητα για την επιβίωσή τους.
Ο ποιητής παραθέτει τις εφιαλτικές αυτές εικόνες θέλοντας να τονίσει πως τα προβλήματα των «μοιραίων» της παρέας αυτής, δεν είναι υποθετικά ή αντιμετωπίσιμα∙ είναι προβλήματα που μπορούν να λυγίσουν οποιονδήποτε άνθρωπο βρεθεί σε αντίστοιχη θέση.
Προσέχουμε πως με το χιαστό σχήμα των τελευταίων στίχων: Παλαμήδι – Γκάζι / γιος – κόρη, ο ποιητής παρουσιάζει εμφατικά τους άθλιους τόπους όπου καταλήγουν τα παιδιά, η νεολαία της εποχής. Ο γιος στη φυλακή και η κόρη στην πορνεία.

«- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
- Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
- Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει;
   Κανένα στόμα
δεν το ‘βρε και δεν το ‘πε ακόμα.»

Οι ήρωες του ποιήματος αναζητούν με αγωνία την αιτία των προβλημάτων τους, προσπαθώντας να βρουν μιαν εξήγηση για την τόση δυστυχία που τους κατατρέχει. Ίσως φταίει η στραβή μοίρα τους ή ίσως φταίει ο Θεός που τους μισεί. Ίσως φταίει το κεφάλι τους το κακό, που δεν λαμβάνει τις σωστές αποφάσεις ή ίσως φταίει περισσότερο απ’ όλα το κρασί, που τους έχει καθηλώσει σε μια ζωή απραξίας. Ωστόσο, την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα δεν μπορούν να τη βρουν.
Ο ποιητής παραθέτει τις συνήθεις αιτιάσεις των ανθρώπων της εποχής, παραλείποντας σκοπίμως την πιθανότητα η αιτία των προβλημάτων να σχετίζεται με την πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας. Παρόλο που γνωρίζει πως μέρος της ευθύνης βαρύνει με βεβαιότητα το γενικότερο οικονομικό κλίμα της χώρας, δεν επιθυμεί εντούτοις να προσφέρει αυτή τη διέξοδο στους ήρωές του, τονίζοντας έτσι την έκταση της παραίτησης που τους διακρίνει και την απρόσμενη ενοχικότητα που αισθάνονται απέναντι σε μια κοινωνία δομημένη πάνω στην εκμετάλλευση των ασθενέστερων στρωμάτων.
Οι «μοιραίοι» του ποιήματος είναι οι άνθρωποι που έχουν μοιρολατρικά δεχτεί την εξαθλίωση της ζωής τους, χωρίς να αντιδρούν∙ αναζητώντας ευθύνες στη μοίρα ή στο Θεό. Άνθρωποι που έχουν εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια αντίδρασης κι έχουν αφεθεί στην πρόσκαιρη λησμονιά του αλκοόλ.
Η επανάληψη της ερώτησης «ποιος φταίει;» φανερώνει βέβαια την απόγνωση των ανθρώπων αυτών, αλλά υποδηλώνει και το λανθασμένο τρόπο προσέγγισης των προβλημάτων τους. Αντί να ρωτούν «τι μπορούμε να κάνουμε» ή «πώς μπορούμε ν’ αντιδράσουμε», επιδίδονται σε μια ανώφελη αναζήτηση του δήθεν «ενόχου». Μια αναζήτηση που είτε θα τους οδηγήσει σε αδιέξοδο (φταίει η Μοίρα ή ο Θεός) είτε θα τους φέρει σε μεγαλύτερη απόγνωση (φταίνε οι ίδιοι και το κρασί). Τραγικά θύματα μιας αναποτελεσματικής κοινωνίας ρίχνουν ευθύνη στον εαυτό τους, όχι γιατί ανέχονται και υπομένουν την εκμετάλλευσή τους, αλλά γιατί αδυνατούν να ξεφύγουν απ’ τη φτώχεια, που κατέτρεχε την πλειονότητα των πολιτών.   

«Έτσι στη σκοτεινή ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα,
όπου μας εύρει, μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!»

Εγκλωβισμένοι σ’ έναν αέναο κύκλο παραίτησης, ακόμη κι όταν πλησιάζουν στη σκέψη πως ίσως έχουν κι οι ίδιοι ευθύνη για την παρούσα κατάστασή τους, δεν επιτρέπουν στην ιδέα αυτή να τους αφυπνίσει και να τους ωθήσει σε δράση. Παραμένουν έτσι σκυφτοί, παραδομένοι στην ανέχεια και την απελπισία, συνεχίζοντας να πίνουν στη σκοτεινή υπόγεια ταβέρνα. Κι ενώ θα μπορούσαν να υψώσουν το ανάστημά τους και να επιδιώξουν μια δυναμική αντίδραση απέναντι σ’ εκείνους που τους εκμεταλλεύονται κι έχουν παγιώσει τις συνθήκες που τους ρίχνουν σ’ αυτή τη μιζέρια, παραμένουν απαθείς και αδρανείς, σαν τα σκουλήκια∙ εύκολα θύματα σε όποιον θέλει να τους ποδοπατήσει.
Χωρίς το αναγκαίο θάρρος να αντιμετωπίσουν πρώτα τον εαυτό τους και ακολούθως τους άλλους, χωρίς την ηθική βούληση που θα τους επέτρεπε να σταθούν στο ύψος τους και να διεκδικήσουν μια δικαιότερη για όλους κοινωνία∙ αφήνονται στην αδράνεια της μοιρολατρίας. Προσμένουν ίσως κάποιο «θάμα»∙ προσμένουν ίσως εκείνον που θ’ αναλάβει από μόνος του όλο το βάρος της ανανέωσης των δομών της κοινωνίας. Μη θέλοντας οι ίδιοι ν’ αναγνωρίσουν τη δύναμη που κρύβει η ατομική τους προσπάθεια, περιμένουν «υπομονετικά» από κάποιον άλλον να επιφέρει την αλλαγή εκείνη που απαλύνει και τη δική τους ζωή. 
Ο ποιητής αντιλαμβάνεται και αναγνωρίζει φυσικά τις πλείστες δυσκολίες των ανθρώπων της εποχής του, ωστόσο δεν μπορεί παρά να εκφράσει την αντίθεσή του στη μοιρολατρική παραίτηση που διακρίνει γύρω του. Εφόσον οι πολίτες υποφέρουν απ’ τη φτώχεια και την απουσία προοπτικών, είναι υποχρεωμένοι, όχι να βουλιάζουν σε μιαν ανώφελη απόγνωση, αλλά να διεκδικήσουν δυναμικά τις αλλαγές εκείνες που θα καταστήσουν τη ζωή τους καλύτερη.

Κώστας Βάρναλης (1884-1974)
Ο ποιητής προέρχεται από τον απόδημο ελληνισμό. Γεννήθηκε στον Πύργο της Βουλγαρίας και σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα. Υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση και αργότερα (1919-22), με κρατική υποτροφία, σπούδασε στο Παρίσι Νεοελληνική Φιλολογία και Αισθητική. Εκεί έζησε στο κλίμα της γενικής απογοήτευσης που προκάλεσε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος. Στα ποιήματα της πρώτης περιόδου (προ του 1922) είναι έντονος ο αισθησιασμός και το βαθύ μουσικό αίσθημα. Επίσης φαίνονται εδώ και οι επιδράσεις που δέχτηκε από τον Παρνασσισμό. Η πολιτική του ιδεολογία επηρέασε την ποίηση, την πεζογραφία και τις κριτικές του μελέτες. Στα ποιήματα της δεύτερης περιόδου η σάτιρα και ο σαρκασμός εναλλάσσονται με τους λυρικούς τόνους ενώ ο ανθρώπινος πόνος είναι ένα από τα κυρίαρχα θέματά του. Έργα του:
α) Ποίηση: Κηρήθρες (1905), Προσκυνητής (1919), Το φως που καίει (1922), Σκλάβοι πολιορκημένοι (1927),  Ελεύθερος Κόσμος (1965), Οργή λαού (1975).
β) Πεζά: Η αληθινή απολογία του Σωκράτη (1931), Ημερολόγιο της Πηνελόπης (1946) κ.ά.
γ) Θέατρο: Άτταλος ο Γ' (1970).

δ) Φιλολογικά - Κριτικά: Σολωμικά (1957), Αισθητικά - Κριτικά (1958) κ.ά.

Οδηγίες αξιολόγησης λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Οδηγίες αξιολόγησης Λογοτεχνίας Γ΄ Λυκείου (Λογοτεχνία Κατεύθυνσης) 

Το κείμενο συνοδεύεται από 5 ερωτήσεις που αναφέρονται:

1. Στον συγγραφέα του έργου, το λογοτεχνικό του περιβάλλον και σε γραμματολογικά στοιχεία που προκύπτουν άμεσα ή έμμεσα από το κείμενο.

Οι ερωτήσεις της πρώτης ενότητας εξετάζουν το βαθμό εξοικείωσης με τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν την ιδιαίτερη λογοτεχνική ταυτότητα του δημιουργού:

- Ένταξή του σε κάποια σχολή, ρεύμα ή κίνημα, καθώς και γνώση των λογοτεχνικών επιδράσεων που δέχτηκε και επηρέασαν τη γραφή και τη σκέψη του. Ειδικότερα για τον Σολωμό, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η σύνδεσή του με την Επτανησιακή Σχολή, όπως και οι ποικίλες επιδράσεις που δέχτηκε (δημοτική ποίηση, κρητική ποίηση, αρχαιοελληνική γραμματεία, θρησκευτικά κείμενα, ρομαντισμός, ευρωπαϊκός νεοκλασικισμός κ.λπ.).

- Γνώση της εποχής που έζησε και συνέθεσε το έργο του ο δημιουργός, καθώς και τον τυχόν αντίκτυπο που είχαν τα γεγονότα της εποχής του στο έργο του. Σε ό,τι αφορά την εποχή που έζησε ο Σολωμός κυρίαρχο γεγονός υπήρξε η Ελληνική Επανάσταση, απηχήσεις της οποίας εντοπίζουμε συχνά στα ποιήματά του.

- Στοιχεία της ιδιαίτερης προσωπικότητας ή του τρόπου σκέψης του δημιουργού, τα οποία και διακρίνονται στο έργο του. Για παράδειγμα, η βαθιά θρησκευτικότητα του Σολωμού συνιστά παράγοντα που επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τις ποιητικές του συνθέσεις.

- Ιδιαίτερα γνωρίσματα του τρόπου γραφής του δημιουργού, τα οποία επανέρχονται διαρκώς στα έργα του και συνιστούν εν τέλει στοιχείο του προσωπικού του ύφους.

Σημείωση: Στην ερώτηση της πρώτης ενότητας δίνονται συνήθως (όχι πάντοτε) ως δεδομένα κάποια χαρακτηριστικά του δημιουργού και ζητούνται συγκεκριμένα παραδείγματα μέσα από το κείμενο. Η απάντηση, επομένως, οφείλει να περιορίζεται στο συγκεκριμένο ζητούμενο, χωρίς περιττές επεξηγήσεις σε ό,τι λαμβάνεται εξορισμού ως δεδομένο. Αν, για λόγους πληρότητας, ο υποψήφιος θελήσει να σχολιάσει κάποια στοιχεία του παραδείγματος ή του δοθέντος χαρακτηρισμού (π.χ. το μεταφυσικό στοιχείο στον Σολωμό), θα πρέπει να είναι συνοπτικός και περιεκτικός στις διατυπώσεις του.   

Παραδείγματα ερωτήσεων

Να αναφέρετε ονομαστικά τρία από τα κύρια θέματα της Επτανησιακής Σχολής και για το καθένα να γράψετε ένα παράδειγμα από το ποιητικό κείμενο του ∆ιονυσίου Σολωμού που σας δόθηκε. [Διονύσιος Σολωμός «Ο Κρητικός» Πανελλήνιες εξετάσεις 2011]

Τρία χαρακτηριστικά του Ευρωπαϊκού Ρομαντισμού, από τον οποίο επηρεάστηκε ο Σολωμός, είναι το μεταφυσικό στοιχείο, η αγάπη για την πατρίδα και η εξιδανίκευση του έρωτα. Για κάθε ένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά να γράψετε ένα αντίστοιχο παράδειγμα μέσα από το κείμενο. [Διονύσιος Σολωμός «Ο Κρητικός» Πανελλήνιες εξετάσεις 2013]

Τρία από τα βασικά γνωρίσματα της ποίησης του Κ. Καβάφη είναι η πεζολογία, η ιδιότυπη γλώσσα και η χρήση συμβόλων. Για το κάθε ένα από τα παραπάνω γνωρίσματα να γράψετε ένα αντίστοιχο παράδειγμα από το ποίημα που σας δόθηκε.
[Κωνσταντίνος Καβάφης «Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου∙ ποιητού εν Κομμαγηνή∙ 595 μ.Χ.» Πανελλήνιες εξετάσεις 2012]

Από πού αντλεί το αφηγηµατικό υλικό του ο Γεώργιος Βιζυηνός και πώς το αξιοποιεί; (Μονάδες 9) Να αναφέρετε τρία σηµεία του παραπάνω κειµένου, τα οποία τεκµηριώνουν τη θέση σας (Μονάδες 6).
[Γεώργιος Βιζυηνός «Το αμάρτημα της μητρός μου» Πανελλήνιες εξετάσεις 2003]

«[…] “Εγώ είμαι”, έλεγε στα τελευταία της ζωής του ο Καβάφης, “ποιητής ιστορικός· ποτέ μου δεν θα μπορούσα να γράψω μυθιστόρημα ή θέατρον· αλλά αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορίαν”. Τί λογής ιστορία; Θα μας το δείξει η ανάγνωση του “∆αρείου”». [∆. Ν. Μαρωνίτης, «Υπεροψία και μέθη. (Ο ποιητής και η Ιστορία)», ∆εκαοχτώ κείμενα, Αθήνα: Κέδρος 1970].
Να δώσετε πέντε παραδείγματα από το κείμενο με τα οποία να δικαιολογείται η πιο πάνω άποψη.
[Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Δαρείος» Πανελλήνιες εξετάσεις 2005]

Κύρια γνωρίσματα της ποίησης του Γιώργη Παυλόπουλου είναι η χρήση καθημερινού λεξιλογίου, ο παρατακτικός λόγος και η συμβολιστική γραφή. Για καθένα από τα παραπάνω χαρακτηριστικά να γράψετε ένα αντίστοιχο παράδειγμα από το ποίημα που σας δόθηκε.
[Γιώργης Παυλόπουλος «Τα Αντικλείδια» Επαναληπτικές Πανελλήνιες εξετάσεις 2011]

Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι ο Παπαδιαμάντης είναι κατεξοχήν «βιωματικός» συγγραφέας. Τεκμηριώστε τη θέση αυτή με πέντε βιωματικού χαρακτήρα αναφορές στο κείμενο που σας δόθηκε.
[Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «Όνειρο στο κύμα» Πανελλήνιες εξετάσεις 2006]

2. Στη δομή του κειμένου, στην επαλήθευση ή διάψευση μιας κρίσης με βάση το κείμενο, σε παρατηρήσεις επί των εκφραστικών μέσων και τρόπων του κειμένου (υφολογική διερεύνηση, αφηγηματικές λειτουργίες, επιλογές του δημιουργού σε διάφορα επίπεδα γλωσσικής ανάλυσης) [2 ερωτήσεις]

Οι ερωτήσεις της δεύτερης ενότητας καλύπτουν οτιδήποτε σχετίζεται με την τεχνική που ακολουθεί ο δημιουργός, τις γλωσσικές επιλογές, τη δόμηση του κειμένου, το ύφος, τους εκφραστικούς τρόπους, αλλά και το περιεχόμενο. Ας προσεχθεί, συνάμα, πως κάθε αντίστοιχη επιλογή του δημιουργού εξυπηρετεί επί της ουσίας την καλύτερη απόδοση του νοηματικού περιεχομένου, γεγονός που σημαίνει ότι οι υποψήφιοι θα πρέπει να είναι σε θέση να αιτιολογήσουν τη λειτουργία κάθε τέτοιας επιλογής (π.χ. σχήματα λόγου, αναχρονίες κ.λπ.) σε σχέση με το περιεχόμενο του κειμένου.   

- Ο τίτλος του κειμένου (πώς εκφράζεται, σε τι δίνει έμφαση, ποια εντύπωση δημιουργεί κ.λπ.)

- Αφηγηματικές τεχνικές (το είδος του αφηγητή, η εστίαση, η διαχείριση του χρόνου της αφήγησης, για παράδειγμα πιθανές αναδρομές ή προλήψεις, ο ρυθμός της αφήγησης, για παράδειγμα επιβραδύνσεις, σημεία περιληπτικής απόδοσης, επιταχύνσεις κ.λπ.)

- Αφηγηματικοί τρόποι (αφήγηση, περιγραφές, διάλογοι, εσωτερικοί μονόλογοι, ευθύς – πλάγιος λόγος ή ελεύθερος πλάγιος λόγος, καθώς και τυχόν σχόλια)
- Γλώσσα του κειμένου (δημοτική, καθαρεύουσα ή συνδυασμός των δύο, ιδιωματισμοί)

- Εκφραστικά μέσα και τρόποι:
Στα εκφραστικά μέσα ενός ποιήματος εγγράφονται τα στοιχεία εκείνα που συνιστούν τους ιδιαίτερους τρόπους που λαμβάνει η έκφραση του λόγου, ώστε να δοθεί πιο αποτελεσματικά η σκέψη, ο προβληματισμός ή και η διάθεση του δημιουργού. Συγκαταλέγονται, έτσι, σε αυτά:
- τα σχήματα λόγου
- το ύφος γραφής (λιτό, δυσπρόσιτο νοηματικά, πομπώδες ή υψηλό)
- η στάση του γράφοντος απέναντι στο εξεταζόμενο θέμα, αν για παράδειγμα το προσεγγίζει με ειρωνικό τρόπο ή όχι
- η πρόθεση του να κοσμήσει το λόγο του με τη χρήση επιθέτων ή λέξεων ιδιαίτερα ποιητικών ή και απρόσμενων λεκτικών συνδυασμών,
- ο τρόπος εκφοράς του λόγου σε συντακτικό επίπεδο (ελλειπτικές διατυπώσεις, σύντομες ή εκτενείς περίοδοι, ευθύς ή πλάγιος λόγος, καθώς και πιθανές συντακτικές ανακολουθίες),
- αξιοποίηση εικόνων, προκειμένου να επιτευχθεί μεγαλύτερη παραστατικότητα,
- προσωποποιήσεις μη φυσικών στοιχείων
- τυχόν επαναλήψεις λέξεων ή φράσεων κατά τρόπο που να λειτουργούν ως μοτίβα

- Λυρικότητα (η λυρικότητα ενός κειμένου βασίζεται στη γλώσσα, το ρυθμό, την ποιητική έκφραση και την αποτύπωση προσωπικών συναισθημάτων και βιωμάτων)

- Παρένθετες ενότητες, όπως για παράδειγμα στον Κρητικό του Σολωμού (ή και τυχόν επεισόδια που δε σχετίζονται άμεσα με τη ροή της ιστορίας, όπως συμβαίνει στα κείμενα του Γιώργου Ιωάννου)

- Ύπαρξη αντιθέσεων

- Τα πρόσωπα του κειμένου, και οτιδήποτε σχετίζεται με τον τρόπο που αυτά παρουσιάζονται.

Σημειώσεις:

- Η μία από τις ερωτήσεις αυτής της ενότητας ζητά την επιβεβαίωση ή τη διάψευση της άποψης κάποιου μελετητή σχετικά με τον τρόπο γραφής, την τεχνική ή το περιεχόμενο του κειμένου. Απαιτείται, οπότε, προσεκτική ανάγνωση της δοθείσας άποψης, ώστε να κατανοηθούν πλήρως τα στοιχεία που περιέχονται σε αυτή.

- Σε ό,τι αφορά τις ερωτήσεις που ζητούν να καταγραφεί η λειτουργία κάποιου εκφραστικού μέσου (π.χ. σχημάτων λόγου) προσέχουμε πως πάντοτε αυτό υποβοηθά την πληρέστερη απόδοση του νοήματος.
Για παράδειγμα, στον στίχο: «Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω», το σχήμα συνεκδοχής (τη σάρκα, αντί για το σώμα – το μέρος αντί για το όλο) αισθητοποιεί εναργέστερα την επιθυμία του ήρωα να εξαρθεί από τη σωματική του υπόσταση.

- Οι απαντήσεις οφείλουν να διακρίνονται για τη σαφήνεια των διατυπώσεων, ώστε να γίνεται εμφανές πως ο υποψήφιος έχει κατανοήσει το ζητούμενο της ερώτησης και πως συνάμα δεν επιχειρεί να καταφύγει σε γενικότητες που δημιουργούν την αίσθηση ελλιπούς κατανόησης ή γνώσης. Αναγκαία είναι, επίσης, η πληρότητα των απαντήσεων, ώστε να είναι εμφανές πως ο υποψήφιος αντιλαμβάνεται τις πιθανές προεκτάσεις των επιλογών του δημιουργού, όπως για παράδειγμα στην ερώτηση σχετικά με την αναγωγή της λυρικής αφήγησης σε μεταφυσικό επίπεδο στο 2ο απόσπασμα του Κρητικού, για την οποία η Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων έδωσε ως ενδεικτική απάντηση τα ακόλουθα στοιχεία: α) Η ελπίδα συνάντησης κατά την έσχατη κρίση αποτελεί παρηγοριά στον ψυχικό πόνο του Κρητικού από το θάνατο της κόρης, β) Η θρησκευτικότητα του ποιητή, γ) Η εξοικείωσή του με τα εκκλησιαστικά κείμενα, δ) Η συνήθης τάση στην ποίηση του Σολωμού να ακολουθείται ο θάνατος από αναφορά στη Δευτέρα Παρουσία, ε) Επιρροή από τον Ευρωπαϊκό ρομαντισμό.

- Ας προσεχθεί πως σύμφωνα με τις οδηγίες της Κεντρικής Επιτροπής Εξετάσεων κάθε τεκμηριωμένη απάντηση γίνεται δεκτή, έστω κι αν δεν περιλαμβάνεται στις ενδεικτικές απαντήσεις που δίνονται στους διορθωτές.   

Παραδείγματα ερωτήσεων

Σύμφωνα με τον Π. Μάκριτζ: «Αυτό που κάνει εντύπωση (στον Σολωμό) είναι η επιμονή του να χρησιμοποιεί εικόνες από τον κόσμο της φύσης».
Να επιβεβαιώσετε την παραπάνω άποψη με μία εικόνα από τους στίχους 23-28 και άλλη μία από τους στίχους 35-43, παρουσιάζοντας το περιεχόμενό της καθεμιάς (μονάδες 10) και σχολιάζοντας τη λειτουργία της στο κείμενο (μονάδες 10)

Στους στίχους 29-34 «Δεν είν’ αηδόνι … από τα χέρια·» να αναζητήσετε τέσσερα διαφορετικά σχήματα λόγου (μονάδες 8) και να σχολιάσετε τη λειτουργία τους στο κείμενο (μονάδες 12).
[Διονύσιος Σολωμός «Ο Κρητικός» Πανελλήνιες εξετάσεις 2013]

Σύμφωνα με την Ελένη Τσαντσάνογλου, ένα από τα γνωρίσματα του σολωμικού έργου είναι ότι ο ποιητής συνθέτει τη φυσική και τη μεταφυσική πραγματικότητα.
α) Να εντοπίσετε και να σχολιάσετε δύο εικόνες του κειμένου που να επιβεβαιώνουν την παραπάνω άποψη. (μονάδες 10)
β) Γιατί, κατά τη γνώμη σας, ο ποιητής επιλέγει να αναγάγει στο απόσπασμα 2 [19.] τη λυρική του αφήγηση σε επίπεδο μεταφυσικό; (μονάδες 10)

Στο απόσπασμα 3 [20.] ο Σολωμός αναπτύσσει το μοτίβο της σιγής του κόσμου πριν από τη θεία επιφάνεια. Να βρείτε δύο εκφραστικά μέσα με τα οποία αποδίδεται το μοτίβο αυτό στο συγκεκριμένο απόσπασμα (μονάδες 10) και να τα αναλύσετε
(μονάδες 10).
[Διονύσιος Σολωμός «Ο Κρητικός» Πανελλήνιες εξετάσεις 2011]

Έχει επισημανθεί ότι τα χρώματα είναι κυρίαρχο στοιχείο της ποιητικής του Μίλτου Σαχτούρη.
α) Να επαληθεύσετε με αναφορές στο ποίημα την παραπάνω επισήμανση.
β) Να σχολιάσετε τον συμβολικό χαρακτήρα των χρωμάτων που κυριαρχούν στο ποίημα.

Να σχολιάσετε τον τίτλο «Ο Ελεγκτής» του ποιήματος του Μίλτου Σαχτούρη ως προς τη γλωσσική του μορφή.
[Μίλτος Σαχτούρης «Ο Ελεγκτής» Πανελλήνιες Εξετάσεις 2009]

Εξετάζοντας την ποιητική γραφή του Κ. Π. Καβάφη στο ποίημα «Ο ∆αρείος», να εντοπίσετε τέσσερα χαρακτηριστικά στοιχεία «καβαφικής ειρωνείας», δίνοντας τα σχετικά παραδείγματα και σχολιάζοντάς τα.

«Στην ποιητική του Καβάφη τίποτα δεν είναι τυχαίο· τα ποιήματά του τα προσέχει και τα λειτουργεί ως την τελευταία λεπτομέρεια. Η στίξη, οι περίοδοι, οι παύσεις, όλα είναι υπολογισμένα, όλα υπηρετούν την “τέχνη της ποιήσεως”». [Λίνου Πολίτη, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Αθήνα: ΜΙΕΤ 1980].
Να εντοπίσετε στους στ. 21-33 τα στοιχεία που δικαιολογούν την παραπάνω άποψη του Λ. Πολίτη και να σχολιάσετε συνοπτικά τη λειτουργία τους.
[Κωνσταντίνος Καβάφης «Ο Δαρείος» Πανελλήνιες εξετάσεις 2005]

Να αναφέρετε, µε παραδείγµατα µέσα από το παραπάνω κείµενο, πέντε από τα βασικά χαρακτηριστικά της διηγηµατογραφίας του Βιζυηνού.

«Ο Βιζυηνός έχει την ικανότητα να διαγράφει αυθυπόστατους ανθρώπινους τύπους, επιµένοντας πολύ στη λεπτοµερειακή απόδοση των ψυχικών καταστάσεων. Οι ήρωές του, ιδωµένοι µε αγάπη, έχουν µια ειδική ευαισθησία, είναι ήρωες παθητικοί». (Γιώργος Παγανός, Η Νεοελληνική Πεζογραφία, τ. Α΄, Κώδικας, Θεσσαλονίκη 1999). Να επαληθεύσετε την παραπάνω άποψη µε στοιχεία από το απόσπασµα του Γ. Βιζυηνού.
[Γεώργιος Βιζυηνός «Το αμάρτημα της μητρός μου» Πανελλήνιες εξετάσεις 2003]

3. Σε σχολιασμό ή στη σύντομη ανάπτυξη, σε 1-2 παραγράφους, ορισμένων χωρίων του κειμένου

Η ερώτηση αυτή δεν καλύπτεται με μια απλή αναδιατύπωση του περιεχομένου∙ απαιτεί τις παρατηρήσεις εκείνες που θα καταστήσουν σαφές πως ο υποψήφιος έχει τη δυνατότητα να εμβαθύνει στο νόημα του εξεταζόμενου κειμένου.

Για παράδειγμα, στο σχολιασμό των δύο τελευταίων στίχων του Κρητικού: «Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη, / Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.», η Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων έδωσε την ακόλουθη ενδεικτική απάντηση:

- Απότομο σταμάτημα του ήχου και επάνοδος του αφηγητή στην πραγματικότητα του αγώνα για τη σωτηρία της κόρης και την άφιξη στην ακρογιαλιά
- Αφηγηματικό κενό. Παράλειψη όσων συνέβησαν στο μέσο διάστημα.
- Άφιξη στην ακρογιαλιά και συναίσθημα χαράς λόγω της συνειδητοποίησης ότι ο στόχος επιτεύχθηκε.
- Διαπίστωση θανάτου της κόρης.
- Τερματισμός της αφήγησης. Ο θρήνος περιττός, εφόσον ο πρωταγωνιστής ευελπιστεί ότι θα συναντήσει την κόρη στη Δευτέρα Παρουσία.
- Η διαδοχή λέξεων-κλειδιών αρραβωνιασμένη, χαρά, πεθαμένη αποτελεί μια πρόοδο από τη μνηστεία στην παντρειά κι αμέσως μετά στο θάνατο. Κάτι ανάλογο γίνεται στα ελληνικά μοιρολόγια στα οποία όσοι πεθαίνουν ανύπαντροι θεωρούνται αρραβωνιασμένοι με το χάρο. Συχνά μάλιστα σ’ αυτά, εξαιτίας  της ηχητικής ομοιότητας  χάρου-χαράς, δίνεται ευκαιρία για λογοπαίγνια.
- Όλα αυτά δίνονται με λιτό, επιγραμματικό τρόπο, χωρίς μελοδραματισμό.

4. Σε σχολιασμό αδίδακτου λογοτεχνικού κειμένου το οποίο είναι ίσης, κατά προσέγγιση, δυσκολίας με το διδαγμένο.

Οι ερωτήσεις αυτής της ενότητας ζητούν συνήθως τη συγκριτική, ως προς το περιεχόμενο, εξέταση του αδίδακτου κειμένου με αυτό της ύλης, ώστε να εντοπιστούν ομοιότητες και διαφορές. Απαιτείται, επομένως, πολύ προσεκτική ανάγνωση του αδίδακτου κειμένου, προκειμένου να γίνει πλήρως κατανοητό το περιεχόμενό του, και άρα αποτελεσματικότερος ο εντοπισμός των πιθανών ομοιοτήτων ή διαφορών στον τρόπο που προσεγγίζονται οι κοινές του θεματικές με αυτές του εξεταζόμενου κειμένου.
Αν και το αδίδακτο κείμενο έχει πάντοτε κάποιο κοινό στοιχείο που το συνδέει με το εξεταζόμενο κείμενο, αυτό δε σημαίνει απαραίτητα πως οι ομοιότητες ανάμεσα στα δύο κείμενα είναι πάντοτε εύκολα ανιχνεύσιμες. Είναι, επομένως, πιθανό πέρα από τη συμπτωματική ταύτιση σε λέξεις ή φράσεις κλειδιά, οι ομοιότητες των δύο κειμένων να είναι λιγότερο πρόδηλες.

Παράδειγμα ερώτησης:
Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο την 5η ενότητα από το ποίημα Ο Κρητικός του Δ. Σολωμού με το παρακάτω απόσπασμα από τη νουβέλα του Ν.Λαπαθιώτη Κάπου περνούσε μια φωνή, αναφέροντας (μονάδες 5) και σχολιάζοντας (μονάδες 15) τρεις ομοιότητες και δύο διαφορές μεταξύ των δύο κειμένων.
[Διονύσιος Σολωμός «Ο Κρητικός» Πανελλήνιες εξετάσεις 2013]

Ναπολέων Λαπαθιώτης «Κάπου περνούσε μια φωνή»  

Αυτό το βράδυ, η Ρηνούλα δεν κοιμήθηκε. Σαν ένας πυρετός γλυκός, της μέλωνε τα μέλη. Όλη νύχτα, μέχρι το πρωί, το αίμα της, πρώτη φορά, της τραγουδούσε, φανερά, τόσο ζεστά τραγούδια… Κι όταν, προς τα χαράματα, την πήρε λίγος ύπνος, είδε πως ήταν μέσα σ’ ένα δάσος, − ένα μεγάλο δάσος γαλανό, μ’ ένα πλήθος άγνωστα κι αλλόκοτα λουλούδια. Περπατούσε, λέει, μέσ’ στην πρασινάδα, σκυμμένη, και με κάποια δυσκολία, χωρίς, όμως αυτό, να συνοδεύεται κ ι απ’ τη συνηθισμένην αγωνία, που συνοδεύει κάποιους εφιάλτες. […]Και την ίδια τη στιγμή, χωρίς ν’ αλλάξει τίποτε, μια μελωδία σιγανή γεννήθηκε κ ι απλώθηκε, σαν ένα κόρο* από γνώριμες φωνές, που, μέσα τους, ξεχώριζε γλυκιά και δυνατή, την ήμερα παθητική και πλέρια του Σωτήρη! Κι η φωνή δυνάμωνε, δυνάμωνε, και σε λίγο σκέπασε και σκόρπισε τις άλλες, − κι έμεινε μονάχη και κυρίαρχη, γιομίζοντας τη γη, τον ουρανό, γιομίζοντας το νου και την καρδιά της! Κι είχ’ ένα παράπονο βαθύ, η χιμαιρική αυτή φωνή, − κι έμοιαζε μ’ ένα χάδι τρυφερό, λησμονημένο, γνώριμο, κι απόκοσμο! Κι η ψυχή της έλιωνε βαθιά, σαν το κερί, σβήνοντας σε μια γλύκα πρωτογνώριστη, σε μια σπαραχτική, πρωτοδοκίμαστη, και σαν απεγνωσμένη, νοσταλγία! Και καθώς ήταν έτοιμη να σβήσει, και να λιώσει, πίστεψε πως ήταν πια φτασμένη στον παράδεισο… Κι η Ρηνούλα ξύπνησε με μιας, σα μεθυσμένη, − και κρύβοντας το πρόσωπο μέσ’ στο προσκέφαλό της, μην τύχει και τη νιώσουν από δίπλα, ξέσπασε σ’ ένα σιγανό παράπονο πνιγμένο…

Ν. Λαπαθιώτης, Κάπου περνούσε μια φωνή, Εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 2011, σ. 71-73

*κόρος· χορωδία

Οι απαντήσεις στην ερώτηση αυτή μπορούν να στηριχθούν σε κάποιες από τις παρακάτω ομοιότητες και διαφορές, όπως αυτές δόθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων.   

Ομοιότητες:

α) η οραματική (εκστατική) και  ονειρώδης κατάσταση των πρωταγωνιστών 
β) η ανάδυση του μελωδικού ήχου 
γ) ο πολλαπλασιασμός του ήχου
δ) η βαθμιαία διάχυσή του στη φύση
ε) η ενδυνάμωση και η κυριαρχία του ήχου στη φύση και την ψυχή των πρωταγωνιστών
στ) απόκοσμη προέλευση ήχου
ζ) επαναφορά στην πραγματικότητα
κ.ά.

Διαφορές:

α) Πρωταγωνιστές: Άνδρας –Γυναίκα
β) Συνθήκες ακρόασης ήχου: εκστατική κατάσταση για τον πρώτο - ονειρική για τη δεύτερη
γ) τόπος: θάλασσα - στεριά, δάσος
δ) πηγή και ποιότητα του ήχου: (απροσδιόριστη στον Σολωμό - συγκεκριμένη στο Λαπαθιώτη δηλαδή φωνή του Σωτήρη)
κ.α.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...