Κωνσταντίνος Καβάφης «Τα Επικίνδυνα»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Mark Ashkenazi

Κωνσταντίνος Καβάφης «Τα Επικίνδυνα»  

Είπε ο Μυρτίας (Σύρος σπουδαστής
στην Aλεξάνδρεια· επί βασιλείας
αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου·
εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων)·
«Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,
εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός.
Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω,
στες απολαύσεις τες ονειρεμένες,
στες τολμηρότερες ερωτικές επιθυμίες,
στες λάγνες του αίματός μου ορμές, χωρίς
κανέναν φόβο, γιατί όταν θέλω —
και θάχω θέλησι, δυναμωμένος
ως θάμαι με θεωρία και μελέτη —
στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό.»

Ιστορικό πλαίσιο
Μετά το θάνατο του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Α΄ (Μέγας Κωνσταντίνος) το 337 μ.Χ., η εξουσία διαμοιράστηκε στους τρεις γιους του, τον πρωτότοκο Κωνσταντίνο Β΄, που πέθανε τρία χρόνια μετά, το 340 μ.Χ., στα 24 χρόνια του, τον Κωνστάντιο Β΄, που έλαβε το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας και τα Βαλκάνια, εκτός της Ιλλυρίας, και τον Κώνστα, τον μικρότερο γιο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, που έλαβε το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας (Ιταλία, Αφρική, Ισπανία, Βρετανία, Γαλατία και Ιλλυρία). 
Ο Κωνστάντιος θα πεθάνει το 361 μ.Χ. ενώ ο Κώνστας ήδη από το 350 μ.Χ., το ποίημα επομένως τοποθετείται μεταξύ 337 και 350 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της συμβασιλείας των δύο γιών του Μεγάλου Κωνσταντίνου από τη δεύτερη γυναίκα του, Φαύστα.

Είπε ο Μυρτίας (Σύρος σπουδαστής
στην Aλεξάνδρεια· επί βασιλείας
αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου·
εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων)·

Το ποίημα είναι ιστορικοφανές, καθώς, αν και εντάσσεται σε γνήσιο ιστορικό πλαίσιο, αφορά εντούτοις ένα μη πραγματικό πρόσωπο, τον Σύρο σπουδαστή Μυρτία.
Η επιλογή της χρονικής περιόδου, και ειδικότερα της συμβασιλείας των δύο γιων του Κωνσταντίνου, δεν είναι τυχαία, μιας και αντανακλά τον μεταβατικό χαρακτήρα της περιόδου και την αμφιταλάντευση ανάμεσα σε δύο κόσμους· τον χριστιανικό κόσμο της ασκητικής πνευματικότητας και τον κόσμο της εθνικής πολυθεϊστικής θρησκείας των σωματικών ηδονών.
Ο ήρωας του ποιήματος βρίσκεται στην Αλεξάνδρεια, και άρα στο χώρο ευθύνης του Κωνσταντίνου Β΄, όπου, αν και ο χριστιανισμός είχε γνωρίσει μεγαλύτερη διάδοση απ’ ό,τι στη ρωμαϊκή δύση, δεν είχε κατορθώσει εντούτοις να πλήξει σημαντικά τον αριθμό των εθνικών. Ο Κωνσταντίνος Β΄ προσπάθησε, βέβαια, να ενισχύσει και να στηρίξει τον χριστιανισμό, αλλά έχοντας προσχωρήσει στην αίρεση του αρειανισμού, λειτούργησε περισσότερο διχαστικά για τη νέα θρησκεία.
Το γεγονός, άλλωστε, ότι ο Μυρτίας είναι «εν μέρει εθνικός, κ’ εν μέρει χριστιανίζων» αποδίδει άριστα τη σύγχυση της μεταβατικής αυτής εποχής, κατά την οποία οι περισσότεροι κινήθηκαν στο πλαίσιο ενός αγαθού συγκρητισμού λαμβάνοντας και αναμειγνύοντας στοιχεία κι από τις δύο θρησκευτικές κατευθύνσεις. Το ειρωνικό, μάλιστα, «χριστιανίζων» έρχεται να επισημάνει πως ο Μυρτίας δεν είναι αμιγής χριστιανός· ιδίως αφού το αίτημα περί ασκητισμού της νέας θρησκείας προσκρούει στις βαθύτερες επιθυμίες του, και άρα δεν πρόκειται στην πραγματικότητα να αποτελέσει κατευθυντήρια γραμμή στη ζωή του. 
Το κάλεσμα του χριστιανισμού για συνειδητή αποχή από τις σαρκικές απολαύσεις -που με τον καιρό κάλυψε με συναισθήματα ενοχής αυτή την πτυχή του ανθρώπινου βίου- αποτέλεσε για πολλούς εθνικούς πηγή έντονης δυσαρέσκειας.   

«Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,
εγώ τα πάθη μου δεν θα φοβούμαι σα δειλός.
Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω,
στες απολαύσεις τες ονειρεμένες,
στες τολμηρότερες ερωτικές επιθυμίες,
στες λάγνες του αίματός μου ορμές, χωρίς
κανέναν φόβο, γιατί όταν θέλω —
και θάχω θέλησι, δυναμωμένος
ως θάμαι με θεωρία και μελέτη —
στες κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό.»

Τα λόγια του νεαρού Μυρτία αποδίδουν με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο τη σταδιακή σύγχυση και τις συγκρουσιακές καταστάσεις που βίωσαν όσοι έχοντας άλλες καταβολές, προσπάθησαν να ακολουθήσουν ή έστω επηρεάστηκαν από τα κελεύσματα του χριστιανισμού. Η έντονη ερωτική επιθυμία που ωθεί τον νεαρό να αποζητήσει την πλήρη και χωρίς δισταγμούς σαρκική ικανοποίηση, προσκρούει αίφνης στην πρωτοκαθεδρία του πνεύματος έναντι του σώματος, που διακηρύχθηκε από τον χριστιανισμό. Η νέα θρησκεία όχι μόνο καταδικάζει τις σωματικές ηδονές, αλλά τις θεωρεί και ένδειξη αδύναμου χαρακτήρα, εφόσον ο άνθρωπος δείχνει ανήμπορος να καθυποτάξει και να χαλιναγωγήσει τις επιθυμίες του.
Το σώμα και οι δικές του ξεχωριστές ανάγκες μπαίνουν πλέον σε δεύτερη μοίρα, καθώς η επικοινωνία με το θείο δεν περνά, όπως παλαιότερα, μέσα από τελετές ερωτικής μύησης ή από λατρευτικές δοξασίες που αποθέωναν το σωματικό κάλλος. Ο νέος θεός ζητά προσευχή, αποστασιοποίηση από τα εγκόσμια, και φυσικά αποχή από τις σαρκικές ηδονές.
Η σκέψη, ωστόσο, του νεαρού Μυρτία στρέφεται αναπότρεπτα προς τα «επικίνδυνα» μονοπάτια των ερωτικών απολαύσεων, και μάλιστα των πιο τολμηρών ερωτικών επιθυμιών, κατά το πρότυπο του Καβάφη· όχι, όμως, πλήρως απαλλαγμένη από τις ενστάσεις του χριστιανισμού, που ωθούν τον νεαρό ήρωα να αναζητήσει δικλείδα ασφαλείας στην ενδυνάμωση του πνεύματος. Έτσι, -υπολογίζει- πως αφού θα έχει δυναμώσει το πνεύμα και την ψυχή του με θεωρία και μελέτη, θα μπορεί μετά να αφεθεί άφοβα στις λάγνες ορμές του αίματός του, καθώς οποιαδήποτε στιγμή απαιτηθεί θα είναι σε θέση, χάρη στο δυνάμωμα που θα του έχει προσφέρει η μελέτη, να επιστρέψει στην ασκητική αποχή, που θα επαναφέρει την αναγκαία διαύγεια της σκέψης.
Ο τίτλος του ποιήματος «Τα Επικίνδυνα» λειτουργεί ως προειδοποίηση και ως ειρωνεία απέναντι στις προθέσεις του νεαρού σπουδαστή, καθώς, όπως γνωρίζει καλά ο ποιητής, όταν συγκρούονται οι επιθυμίες του σώματος με το πνεύμα, το σώμα είναι εκείνο που υπερισχύει. Η ισορροπία, επομένως, που θεωρεί πως θα επιτύχει ο ήρωας είναι μάλλον ανέφικτη, μιας και από τη στιγμή που θα αφεθεί στις ηδονές του σώματος, πολύ δύσκολα θα μπορέσει να επιστρέψει σε μιαν ασκητική θέαση της ζωής.
Το ζήτημα, άλλωστε, της εσωτερικής σύγκρουσης με τις επιθυμίες του σώματος το έχει πραγματευτεί ο Καβάφης και σε άλλα ποιήματα, όπως πολύ χαρακτηριστικά και στο γνωστό ποίημα «Ομνύει», -εδώ η σύγκρουση αφορά την ενοχική απόλαυση μιας «κατακριτέας» ερωτικής έκφανσης:

Ομνύει κάθε τόσο       ν’ αρχίσει πιο καλή ζωή.
Aλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα            με τες δικές της συμβουλές,
με τους συμβιβασμούς της,      και με τες υποσχέσεις της·
αλλ’ όταν έλθ’ η νύχτα              με την δική της δύναμι
του σώματος που θέλει και ζητεί, στην ίδια
μοιραία χαρά, χαμένος, ξαναπηαίνει.


[ομνύει = ορκίζεται, κάνει τάμα] 

Πανελλήνιες 2015: Αρχαία Ελληνικά Απαντήσεις Θεμάτων

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF


Benjamin West


ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ 2015: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

Διδαγμνο κεμενο
Πλάτωνος Πρωταγόρας (322a-d)

πειδ δ νθρωπος θείας μετέσχε μοίρας, πρτον μν δι τν το θεο συγγένειαν ζων μόνον θεος νόμισεν, κα πεχείρει βωμούς τε δρύεσθαι κα γάλματα θεν· πειτα φωνν κα νόματα ταχ διηρθρώσατο τ τέχν, κα οκήσεις κα σθτας κα ποδέσεις κα στρωμνς κα τς κ γς τροφς ηρετο. Οτω δ παρεσκευασμένοι κατ’ ρχς νθρωποι κουν σποράδην, πόλεις δ οκ σαν· πώλλυντο ον π τν θηρίων δι τ πανταχ ατν σθενέστεροι εναι, κα δημιουργικ τέχνη ατος πρς μν τροφν καν βοηθς ν, πρς δ τν τν θηρίων πόλεμον νδεής —πολιτικν γρ τέχνην οπω εχον, ς μέρος πολεμική— ζήτουν δ θροίζεσθαι κα σζεσθαι κτίζοντες πόλεις· τ’ ον θροισθεεν, δίκουν λλήλους τε οκ χοντες τν πολιτικν τέχνην, στε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο. Ζες ον δείσας περ τ γένει μν μ πόλοιτο πν, ρμν πέμπει γοντα ες νθρώπους αδ τε κα δίκην, ν’ εεν πόλεων κόσμοι τε κα δεσμο φιλίας συναγωγοί. ρωτ ον ρμς Δία τίνα ον τρόπον δοίη δίκην κα αδ νθρώποις· «Πότερον ς α τέχναι νενέμηνται, οτω κα ταύτας νείμω; Νενέμηνται δ δε· ες χων ατρικν πολλος κανς διώταις, κα ο λλοι δημιουργοί· κα δίκην δ κα αδ οτω θ ν τος νθρώποις, π πάντας νείμω»; «π πάντας», φη Ζεύς, «κα πάντες μετεχόντων· ο γρ ν γένοιντο πόλεις, ε λίγοι ατν μετέχοιεν σπερ λλων τεχνν· κα νόμον γε θς παρ’ μο τν μ δυνάμενον αδος κα δίκης μετέχειν κτείνειν ς νόσον πόλεως».

Α1. Από το παραπάνω κείμενο να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του αποσπάσματος: «Οτω δ παρεσκευασμένοι. . . φιλίας συναγωγοί».
Μονάδες 10

Με αυτά λοιπόν τα μέσα εφοδιασμένοι οι άνθρωποι κατοικούσαν στην αρχή διασκορπισμένοι, πόλεις όμως δεν υπήρχαν˙ κατασπαράσσονταν λοιπόν από τα θηρία, γιατί ήταν από κάθε άποψη πιο αδύναμοι από αυτά και οι τεχνικές γνώσεις ήταν βέβαια βοηθός τους καλός για την ανεύρεση της τροφής, ανεπαρκής όμως για τον πόλεμο με τα θηρία – γιατί δεν κατείχαν ακόμη την πολιτική τέχνη, μέρος της οποίας είναι η πολεμική τέχνη – επιδίωκαν λοιπόν να συγκεντρώνονται και να εξασφαλίζουν τη σωτηρία τους χτίζοντας πόλεις˙ κάθε φορά λοιπόν που συγκεντρώνονταν, αδικούσαν ο ένας τον άλλον, επειδή δεν είχαν την πολιτική τέχνη, με αποτέλεσμα να διασκορπίζονται και να απειλούνται με αφανισμό. Ο Δίας, λοιπόν, επειδή φοβήθηκε για το γένος μας μήπως χαθεί ολότελα, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους και τον σεβασμό στους άγραφους νόμους και την αντίληψη περί του δικαίου, για να εξασφαλίζουν και την τάξη στις πόλεις και να αποτελούν τους συνεκτικούς δεσμούς φιλίας ανάμεσα στους ανθρώπους.

Β1.« νθρωπος θείας μετέσχε μοίρας»: Να ερμηνεύσετε τη φράση.
Μονάδες 10

Στο πλαίσιο του μύθου η φωτιά αποτελεί το θεϊκό μερίδιο που είχαν την τύχη, χάρη στην παρέμβαση του Προμηθέα, να λάβουν οι άνθρωποι. Είναι θεϊκό
α) γιατί το κατείχαν ως τότε μόνο οι θεοί,
β) γιατί οι άνθρωποι το απέκτησαν με θεϊκή παρέμβαση του Προμηθέα,
γ) γιατί, επιτρέποντας στον άνθρωπο να αναπτύξει πολιτισμό, του επέτρεψε κατά συνέπεια να αναγνωρίσει την ύπαρξη των θεών. Η πρώτη, με την έννοια της κορυφαίας, και άμεση συνέπεια του δώρου της φωτιάς, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, είναι ακριβώς η εμφάνιση της θρησκείας.
Η φωτιά αλλά και οι τεχνικές γνώσεις, η «έντεχνος σοφία», επέτρεψαν στον άνθρωπο να δημιουργήσει τεχνικό πολιτισμό, μεταβάλλοντας την όψη της φύσης, κατά κάποιο τρόπο σαν δημιουργός-θεός. Η μεταμορφωτική δύναμη του στοιχείου της φωτιάς θεωρούνταν αποκλειστικό κτήμα των θεών, δηλαδή στοιχείο της θεϊκής ουσίας και ένα από τα μυστικά της δύναμής τους. Η έννοια της φωτιάς ως δυναμογόνου φυσικού στοιχείου απασχολεί ήδη τον Ηράκλειτο (είζωον πρ).

Εναλλακτική απάντηση:

Τα δώρα που προσέφερε ο Προμηθέας στους ανθρώπους, δηλαδή η φωτιά και οι τεχνικές γνώσεις που έκλεψε από τον Ήφαιστο και την Αθηνά, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις εγγενείς ελλείψεις του απέναντι στα υπόλοιπα ζώα, αποτελούν το συνεκτικό δεσμό τους με τους θεούς. Η φωτιά και οι τεχνικές γνώσεις ήταν μέχρι τότε αποκλειστικό προνόμιο των θεών, αλλά με την παράτολμη ενέργεια του Προμηθέα, γίνονται πλέον κτήμα και των ανθρώπων, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στους ανθρώπους να λάβουν κάτι από το μερίδιο των θεών.
Στο πλαίσια του μύθου, το γεγονός ότι ο Προμηθέας προσφέρει στους ανθρώπους τα θεϊκά αυτά δώρα, ωθεί τους ανθρώπους στο να πιστέψουν στους θεούς και να θελήσουν να τους τιμήσουν με τη δημιουργία βωμών και αγαλμάτων. Γεγονός που, αν εξεταστεί χωρίς το μυθικό περίβλημα, μας οδηγεί να αντικρίσουμε την απαρχή του θρησκευτικού συναισθήματος ως προϊόν θαυμασμού. Οι άνθρωποι στην αρχή της πορείας τους μένουν έκπληκτοι μπροστά στη δύναμη της φωτιάς, μια δύναμη καταστροφική από τη φύση της, που μπορεί όμως να προσφέρει μεγάλα οφέλη αν τιθασευτεί.
Αντικρίζοντας, λοιπόν, οι άνθρωποι δυνάμεις, όπως είναι η φωτιά, που τους προκαλούν δέος και την προέλευση των οποίων αδυνατούν να τη γνωρίσουν, τους κάνει να παρατηρούν με θαυμασμό τη φύση και τους ωθεί να συνειδητοποιήσουν πως υπάρχει μια δύναμη ανώτερη από αυτούς, με ανυπολόγιστη σοφία. Με αυτόν τον τρόπο, η επαφή του ανθρώπου με δυνάμεις και πανίσχυρα στοιχεία της φύσης, αποτέλεσε το πρώτο και βασικό ερέθισμα για τη δημιουργία μιας θρησκευτικής αντίληψης.

[θείας... μοίρας: η φωτιά αποτελεί το θεϊκό μερίδιο που είχαν την τύχη, χάρη στην παρέμβαση του Προμηθέα, να λάβουν οι άνθρωποι. Είναι θεϊκό γιατί το κατείχαν ως τότε μόνον οι θεοί, είναι θεϊκό γιατί οι άνθρωποι το απέκτησαν με θεϊκή παρέμβαση του Προμηθέα, είναι επίσης θεϊκό γιατί, επιτρέποντας στον άνθρωπο να αναπτύξει πολιτισμό, του επέτρεψε κατά συνέπεια να αναγνωρίσει την ύπαρξη των θεών. Η πρώτη και άμεση συνέπεια του δώρου της φωτιάς, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, είναι ακριβώς η εμφάνιση της θρησκείας.]

Β2. «Οτω δ παρεσκευασμένοι . . . μετεχόντων»: Από ποιες φάσεις διέρχεται η προσπάθεια των ανθρώπων να δημιουργήσουν πολιτικά οργανωμένες κοινωνίες, σύμφωνα με το απόσπασμα;
Μονάδες 10

Το στάδιο της βιολογικής συγκρότησης του ανθρώπου συμβολίζεται με τον Επιμηθέα, το επόμενο, της δημιουργίας τεχνικού πολιτισμού, με τον Προμηθέα και τα δώρα του και το τελευταίο, του σχηματισμού της πολιτικής κοινωνίας, με τον Δία και τη δική του προσφορά στον άνθρωπο. Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, επομένως, παρουσιάζονται τα δύο τελευταία στάδια.

Στο πλαίσιο του μύθου παρακολουθούμε τον Πρωταγόρα να παρουσιάζει τις θαυμαστές ανθρώπινες κατακτήσεις –παράγωγες της αξιοποίησης των τεχνικών γνώσεων και των πολυμορφικών εφαρμογών από τη χρήση της φωτιάς– να συμβαίνουν σε κατάσταση ακοινωνησίας, αγριότητας και αδυναμίας για οργανωμένη ζωή, αφού αρχικά οι άνθρωποι κατοικούσαν διασκορπισμένοι («κουν σποράδην»). Κινδύνευαν όμως από τα θηρία, τα οποία δεν μπορούσαν να τα αντιμετωπίσουν λόγω:
α) της έλλειψης σωματικών δυνατοτήτων σε σχέση με αυτά,
β) της έλλειψης κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης, αλλά και της πολεμικής τέχνης, η οποία, σύμφωνα με τον Πρωταγόρα, αναπτύσσεται μόνο μέσα στο πλαίσιο μιας οργανωμένης κοινωνίας. Έτσι, λοιπόν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτούς τους κινδύνους, αναγκάζονται να συγκεντρωθούν και να συγκροτήσουν τις πρώτες μορφές κοινωνίας.
Ο πραγματισμός (ρεαλισμός) του Πρωταγόρα δηλώνεται και εδώ, αφού συνδέει το πρόβλημα της φυσικής εξόντωσης των ανθρώπων με την ανάγκη επίλυσής του και την εύρεση της λύσης του. Η ανάγκη, η χρεία, ενεργοποιεί την ανθρώπινη ευρηματικότητα, η οποία εκδηλώνεται άμεσα και πρωτόγονα με την πράξη της αθροιστικής (όχι ακόμα λειτουργικής) συνύπαρξης των ανθρώπων για την από κοινού αντιμετώπιση του φυσικού κινδύνου από τα άγρια ζώα. Συγκεκριμένα στο εδάφιο: «ζήτουν δ θροίζεσθαι κα σζεσθαι κτίζοντες πόλεις˙ τ’ ον θροισθεεν» ο Πρωταγόρας κάνει λόγο για μια πρώτη εκδήλωση κοινωνικότητας, τάσης συνύπαρξης προς ένα σκοπό (σζεσθαι = να προστατευθούν από τα άγρια θηρία) χωρίς όμως οργάνωση και αποκατάσταση λειτουργικών σχέσεων ανάμεσα στα μέλη αυτών των πρώτων κοινωνικών συσσωματώσεων, όπως φαίνεται από την επανάληψη του ρήματος θροίζω. Αυτό υπήρξε χρονοβόρο, όπως δηλώνει η χρήση του ρήματος ζήτουν (= επεδίωκαν, προσπαθούσαν, δεν ήταν καθόλου δεδομένη η επιτυχία του εγχειρήματος) σε χρόνο μάλιστα παρατατικό, που επιτείνει τη διάρκεια των προσπαθειών του ανθρώπου για σωτηρία.
Επιπλέον η κατασκευαστική ικανότητα του ανθρώπου «κτίζοντες πόλεις» προβάλλεται πάλι και ως τρόπος σωτηρίας αλλά και ως αποτέλεσμα στην υλική εμφάνιση των πόλεων η οποία προηγείται χρονικά κατά τον Πρωταγόρα σε σχέση με τους θεσμούς της και τον άυλο πολιτισμό της, που ακολουθεί. Συνεπώς η τάση κοινωνικής συνύπαρξης δεν εκδηλώνεται από εσωτερική αναγκαιότητα του ανθρώπου, αλλά από την εξωτερική αναγκαιότητα που επιβάλλει η φυσική υπεροχή των άγριων θηρίων.
Αποτέλεσμα της πρωτοκοινωνικής εκδήλωσης των ανθρώπων, δηλαδή της τυχαίας αθροιστικής συνύπαρξής τους, χωρίς εσωτερικούς δεσμούς και κανόνες που οριοθετούν την συμπεριφορά τους, ήταν η εμφάνιση πρόσθετου κινδύνου αφανισμού τους. Λόγω της έλλειψης πολιτικής οργάνωσης οι άνθρωποι άρχισαν να αδικούν ο ένας τον άλλον («δίκουν λλήλους») και να αλληλοσκοτώνονται, με αποτέλεσμα να βρεθούν και πάλι στην ίδια χαοτική κατάσταση («στε πάλιν σκεδαννύμενοι διεφθείροντο»). Γιατί η επιστροφή τους στη φύση τούς εξέθετε στον θανάσιμο κίνδυνο των άγριων θηρίων, ενώ η συνύπαρξή τους στον κίνδυνο της αλληλοεξόντωσής τους. Το ανθρώπινο είδος, λοιπόν, πάλι αντιμέτωπο με την πρόκληση της επιβίωσής του.
«Ζες ον δείσας περ τ γένει μν μ πόλοιτο πν...» Σε αυτό το κρίσιμο για τους ανθρώπους σημείο, αποφασιστική είναι η συμβολή του Δία ζητά να μοιραστούν η αιδώς και η δίκη σε όλους τους ανθρώπους. Ο Δίας, βέβαια, συμβολίζει την πιεστική δύναμη της ανάγκης, καθώς οι άνθρωποι έφτασαν στη συνειδητοποίηση πως πρέπει να υπάρξουν καθολικές αρχές δικαιοσύνης και αλληλοσεβασμού, μέσα από τις αλλεπάλληλες αποτυχίες τους να συγκροτήσουν πολιτείες. Η ηθικοποίηση των ατόμων, επομένως, δεν αποτελεί δεδομένο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, αλλά μια επιλογή που προέκυψε με την πάροδο των χρόνων και την πικρή εμπειρία της πραγματικότητας.
Με τη φράση «ν’ εεν πόλεων κόσμοι τε κα δεσμο φιλίας συναγωγο» διατυπώνεται έξοχα η κοινωνιοπλαστική αποστολή της αιδούς και της δίκης. Χάρη στην αιδώ και στη δίκη εξασφαλίζεται η αρμονική συμβίωση μέσα στην πόλη, η συνοχή του συνόλου, η ισορροπία και η ευταξία. Με αυτές αναπτύσσονται μεταξύ των ανθρώπων σχέσεις φιλίας, συνεργασίας, αλληλεγγύης και αλληλοσεβασμού. Ειδικότερα η αδς οδηγεί σε ό,τι ονομάζεται «πόλεων κόσμοι», δηλαδή εμπνέει στους πολίτες κόσμια συμπεριφορά και συντελεί στην κατάκτηση της αυτονομίας τους, αναγκαία για την αρμονία της κοινωνίας. Η δίκη παραπέμπει στο «πόλεων δεσμοί», δηλαδή σε υπαγορεύσεις με τις οποίες οι πολίτες υποβάλλονται σε δεσμεύσεις της συμπεριφοράς τους, ώστε να επιβάλλεται η συνοχή της πολιτικής κοινωνίας. Η συμπληρωματική λειτουργία των δύο «δώρων» συνεπάγεται φιλίαν, που σημαίνει ηθική ενότητα της πολιτείας, σύμπνοια και ομόνοια των πολιτών, ώστε να συμβιώνουν αρμονικά.
Χρειάζεται βέβαια να διευκρινισθεί ότι οι δύο αξίες δόθηκαν ως πρότυπα που έπρεπε να κατακτηθούν από τους ανθρώπους με τη λογική και τον προσωπικό αγώνα. Άλλωστε ο Δίας, αν και κατείχε την πολιτική τέχνη, δεν τη δώρισε στον άνθρωπο. Αντίθετα δώρισε την αδ και τη δίκη για να εξοικονομήσει την πολιτική τέχνη μόνος του ο άνθρωπος με τον προσωπικό αγώνα του. Όταν οι άνθρωποι γνωρίσουν σε βάθος τις έννοιες αυτές, που προβάλλονται ως αιτήματα της ηθικής, και είναι σε θέση να τις πραγματώσουν στις σχέσεις τους, τότε η οργάνωση της πολιτικής κοινωνίας θα στηρίζεται σε αυτές. Η πολιτεία που θεμελιώνεται σε αυτές είναι δημοκρατική, γιατί ο αμοιβαίος σεβασμός και το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών εμπεδώνει την εμπιστοσύνη μεταξύ τους και με την πολιτεία και εξασφαλίζει ισορροπία στις σχέσεις τους.
Ο Πρωταγόρας με τη φράση «α τέχναι νενέμηνται» φαίνεται ότι αντιλαμβάνεται τη σημασία του καταμερισμού της εργασίας για την πρόοδο του πολιτισμού, για αυτό και θέτει το ερώτημα με τον Ερμή. Αν όμως στον καταμερισμό της εργασίας εντασσόταν και η πολιτική, οι άνθρωποι δεν θα αποδέχονταν κοινές ηθικές αξίες, και συνεπώς δεν θα ήταν δυνατόν να διαμορφωθούν πολιτικές κοινωνίες που να στηρίζονται στη βάση κοινών αξιών. Αντίθετα, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί θα οξύνονταν και θα κατέληγαν στην αλληλοεξόντωση των ανθρώπων. Συνεπώς το ερώτημα του Ερμή είναι καίριο για την εμφάνιση της πολιτικής κοινωνίας, γιατί ο Δίας δεν μοιράζει την πολιτική τέχνη, αλλά δύο ηθικές ιδιότητες αναγκαίες στους ανθρώπους για να οργανώσουν πολιτική κοινωνία. Έτσι ο Πρωταγόρας με την καθολικότητα και την αναγκαιότητα της αιδούς και της δίκης προβαίνει στην ηθική θεμελίωση της πολιτικής, θέση που υπερασπίζονται και ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης.
«ες χων ατρικν πολλος κανς διώταις, κα ο λλοι δημιουργο»: Σ’ αυτό το σημείο γίνεται αναφορά στη χρησιμότητα του καταμερισμού στην εργασία. Όσον αφορά, λοιπόν, τις τέχνες ο καταμερισμός είναι απολύτως απαραίτητος, διότι έτσι: α) εξυπηρετούνται καλύτερα οι πολίτες, αφού ένας τεχνίτης μπορεί να εξυπηρετήσει πολλούς πολίτες, β) υπάρχει δυνατότητα εμβάθυνσης και εξειδίκευσης σε κάθε τομέα, με αποτέλεσμα την πρόοδο και την ευημερία της κοινωνίας και γ) η επιλογή του επαγγέλματος είναι υπόθεση προσωπική του κάθε ανθρώπου και συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις ειδικές δεξιότητες, ικανότητες, ταλέντα, κλίσεις που μπορεί να έχει. Έτσι οι δημιουργοί (< δήμος + έργον) είναι αυτοί που παράγουν ένα έργο ωφέλιμο στον δήμο, στον λαό. Στα ομηρικά χρόνια στους δημιουργούς ανήκαν οι μάντεις, οι γιατροί, οι κήρυκες, οι οικοδόμοι κ.τ.λ. και ο καταμερισμός της εργασίας αφορά τους διώτας και όχι τους πολίτας.
Ο Δίας θεωρεί απαραίτητη την καθολικότητα των αξιών της αιδούς και της δίκης για τους ανθρώπους, με την αιτιολόγηση-επιχείρημα ότι η κοινωνία δεν μπορεί να συγκροτηθεί πολιτικά, αν οι βασικές ιδιότητες που θεμελιώνουν την πολιτική συγκρότηση δεν είναι κοινές σε όλα τα μέλη της. Στην πολιτική αρετή (την οποία ο άνθρωπος κατακτά με την αιδώ και τη δίκη) πρέπει να συμμετέχουν όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες, γιατί μόνο έτσι μπορούν να συγκροτηθούν οργανωμένες και βιώσιμες κοινωνίες. Η αιδώς και η δίκη λειτουργούν ως συνεκτική δύναμη της κοινωνίας και η απουσία τους συνεπάγεται τη διάλυσή της.

Β3. Με βάση το απόσπασμα «ο γρ ν γένοιντο . . . ς νόσον πόλεως» του πρωτότυπου κειμένου και το μεταφρασμένο απόσπασμα που ακολουθεί, να δικαιολογήσετε την επιβολή της θανατικής ποινής σε όσους δεν μετέχουν στην πολιτική αρετή, παρόλο που ο Δίας την είχε δωρίσει σε όλους.

Πλάτωνος Πρωταγόρας (326e)
Ότι το πράγμα αυτό1 το θεωρούν διδακτό και στο ιδιωτικό και στο δημόσιο επίπεδο, το αποδείξαμε ήδη. Ενώ όμως είναι το πράγμα αυτό διδακτό, αφού είναι κάτι που μπορεί να φροντίσει και να καλλιεργήσει κανείς, αυτοί διδάσκουν στους γιους τους τα άλλα, των οποίων η άγνοια δεν πρόκειται να επιφέρει ως ποινή τον θάνατο, αυτό όμως, την αρετή, που εάν τα αγόρια δεν τη μάθουν και δεν τη φροντίσουν, μπορεί να υποστούν ως ποινή και τον θάνατο και την εξορία και τη δήμευση της περιουσίας εκτός από τη θανάτωση και, με μια λέξη, τη συνολική καταστροφή του οκου τους, αυτή δεν τη διδάσκουν και δεν τη φροντίζουν με κάθε δυνατή επιμέλεια!

1: την αρετή
Μονάδες 10

Όσοι δεν έχουν συνείδηση των αξιών της αδος και της δίκης αποτελούν νοσηρά στοιχεία της πόλης που έχει δικαίωμα να τους τιμωρήσει, αφού πρώτα θα έχει χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα για να τους αλλάξει. Σήμερα θα θεωρούσαμε τη θανάτωση σκληρό και απάνθρωπο μέτρο.
Η ανάγκη να γίνονται σεβαστές οι ηθικές αρχές, στις οποίες βασίζεται η κοινωνική συνύπαρξη, είναι εξαιρετικά σημαντική, καθώς σε διαφορετική περίπτωση οι άνθρωποι θα παρεκκλίνουν εκ νέου στην αδικία και στην έλλειψη σεβασμού, οδηγώντας σε κατάρρευση την πολιτεία.
Η διαταγή αυτή του Δία, επομένως, εκφράζει την ανάγκη ύπαρξης μιας νομοθετικής υποστήριξης των ηθικών αρχών, υπό την έννοια ότι συχνά δεν μπορούμε να βασιζόμαστε μόνο στη βούληση των ατόμων για το σεβασμό των αμοιβαίων αρχών ηθικού δικαίου. Είναι θεμιτό να υπάρχει και ο φόβος αυστηρών κυρώσεων για εκείνους που θεωρούν ότι μπορούν να εκμεταλλευτούν καταστάσεις και να μη συμμορφώνονται με ό,τι ισχύει για όλους.
Ο Δίας, βέβαια, επιβάλλει την αυστηρότερη ποινή, καθώς αναφέρεται στην αρχική προσπάθεια των ανθρώπων να συνυπάρξουν υιοθετώντας ηθικές αρετές, οι οποίες δεν έχουν γίνει ακόμη συλλογική συνείδηση και εμπεδωμένος τρόπος ζωής. Επομένως, με την πάροδο των χρόνων και καθώς οι άνθρωποι όχι μόνο υιοθετούν αυτές τις αρχές, αλλά τις καθιστούν αναπόσπαστο κομμάτι της υπόστασής τους, μια τόσο αυστηρή ποινή μοιάζει υπερβολική και απάνθρωπη.
Η ιδιαίτερη, λοιπόν, σημασία που είχε η συμμετοχή όλων των πολιτών στην πολιτική αρετή αναδεικνύεται σε μεγάλο βαθμό από τις ποινές που προορίζονταν για εκείνους που επέμεναν να αδικούν τους συμπολίτες τους, παρά τις προσπάθειες της κοινωνίας να τους ωθήσει στο δρόμο της αρετής. Η πολιτεία φρόντιζε λοιπόν να τιμωρεί τους αδικούντες με θάνατο, εξορία, δήμευση της περιουσίας τους (ως συμπληρωματική ποινή) και τελικά με τη συνολική καταστροφή του οίκου τους.
Οι βαρύτατες αυτές ποινές παρουσιάζονται από τον Πρωταγόρα με μια κλιμάκωση που ξεκινά από τη λιγότερο σημαντική και καταλήγει στην αυστηρότερη. Κι ενώ με βάση τις σύγχρονες αντιλήψεις θα θεωρούσαμε τη θανάτωση ως την αυστηρότερη των ποινών, για τους Έλληνες εκείνης της εποχής ο θάνατος αποτελούσε συγκριτικά την ηπιότερη ποινή. Μια διαφοροποίηση που έγκειται στον τρόπο που οι άνθρωποι εκείνης της εποχής αντιλαμβάνονταν τη σχέση τους με το κοινωνικό σύνολο και την ουσιαστική για εκείνους ταύτιση ιδιωτικού και πολιτικού βίου. Ο Αθηναίος πολίτης δεν μπορούσε να αντιληφθεί τη ζωή του αποκομμένη από την πόλη του και χωρίς την καθημερινή του συμμετοχή στα πολιτικά της δρώμενα. Η έννοια της προσωπικής ζωής, όπως την κατανοούμε σήμερα, υπήρχε για τους αρχαίους Έλληνες αποκλειστικά και μόνο ως πολιτική ζωή, ως ενεργή και διαρκή συμμετοχή στα πολιτικά και καθημερινά ζητήματα της πόλης.
Η θανάτωση ως ποινή σήμαινε βέβαια πως ο άδικος πολίτης θα έχανε τη ζωή του, τον απάλλασσε όμως από τη φρικτότερη μοίρα του να είναι αναγκασμένος να ζήσει εκδιωγμένος από την πόλη του. Η αίσθηση της τιμής, η αίσθηση πως το άτομο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την πόλη του και το δικαίωμα να θεωρείται πολίτης, αποτελούσαν τις σημαντικότερες αξίες για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, γι’ αυτό και η εξορία εκλαμβανόταν ως βαρύτερη ποινή από τη θανάτωση.
Η εξορία σήμαινε ότι το άτομο θα έπρεπε να υπομείνει μια ζωή ανείπωτης ντροπής, χωρίς το πολύτιμο δικαίωμα του να είναι πολίτης της γενέτειράς του. Προοπτική που όσο κι αν μοιάζει ήπια για τα σύγχρονα δεδομένα, όπου οι άνθρωποι έχουν χάσει την αίσθηση ότι ανήκουν στην πόλη τους, για τους αρχαίους Έλληνες αποτελούσε έναν ανυπόφορο εξευτελισμό που καθιστούσε αυτομάτως προτιμότερο το θάνατο.
Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής πέρα από την προσωπική τους αξιοπρέπεια και το δικαίωμα του πολίτη, θεωρούσαν σημαντικότατη την υποχρέωσή τους να τιμήσουν την πορεία των προγόνων τους εξασφαλίζοντας το μέλλον του οίκου τους. Έτσι, η δήμευση της περιουσίας που συχνά συνόδευε την εξορία ή το θάνατο, σήμαινε πως η ατιμία του συγκεκριμένου προσώπου επεκτεινόταν και επηρέαζε και την υπόλοιπη οικογένεια. Το γεγονός αυτό καθιστούσε τη δήμευση της περιουσίας μια εξαιρετικά αυστηρή ποινή, καθώς ο τιμωρούμενος όχι μόνο αποτύγχανε ως πολίτης ο ίδιος, αλλά στερούσε από την οικογένειά του την περιουσία τους και συνάμα φαινόταν κατώτερος από τους προγόνους του αμαυρώνοντας και το δικό τους όνομα.
Η προσωπική αποτυχία του τιμωρούμενου λάμβανε μάλιστα τραγικές διαστάσεις όταν η πολιτεία αποφάσιζε τη συνολική καταστροφή του οίκου του, ποινή που περιελάμβανε τη στέρηση των δικαιωμάτων όλων των μελών της οικογένειας, τη μαζική εξόρισή τους και κάποτε ακόμη και το γκρέμισμα του πατρικού οίκου. Η καταστροφή αυτή ενός οίκου, που εξέφραζε τη μεγαλύτερη δυνατή οργή της αθηναϊκής πολιτείας, αποτελούσε τη μέγιστη των ποινών, καθώς σήμαινε την πλήρη και απόλυτη αποπομπή από τους κόλπους της πολιτείας όχι μόνο του αδικούντος, αλλά και κάθε προσώπου και κάθε στοιχείου γενικότερα που συνδεόταν με το όνομά του.
Παρόλο, λοιπόν, που η καθολικότητα της αρετής αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη συγκρότηση των πολιτικών κοινωνιών, μερικοί είναι ανεπίδεκτοι και αδυνατούν να οικειωθούν και στοιχειωδώς την αρετή και τα μέρη της. Αυτοί, λοιπόν, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πρωταγόρα, πρέπει να εκδιώκονται από την πόλη ή ακόμα και να θανατώνονται. Μάλιστα, η εξορία και η δήμευση της περιουσίας θεωρούνταν βαρύτατες ποινές, διότι οδηγούσαν στον συνεχή διασυρμό ολόκληρης της γενιάς. Εδώ παρατηρούμε ότι ο σοφιστής αναφέρει τις ποινές με ανιούσα κλιμάκωση και διαπιστώνουμε αυτό που επισημάναμε και στην 6η ενότητα: η θανατική ποινή επιβάλλεται μόνο ως έσχατο μέσο τιμωρίας, όταν οι άλλες μορφές τιμωρίας δεν έχουν επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα και με σκοπό να διαφυλαχθεί η ισορροπία και η αρμονική συμβίωση μέσα στην πόλη.
Το συμπέρασμα, επομένως, στο οποίο καταλήγει ο Πρωταγόρας είναι το εξής: είναι αδύνατον και παράλογο οι πολιτικοί άνδρες να διδάσκουν στα παιδιά τους άλλα πράγματα, που δεν είναι τόσο σημαντικά, και να μη τους διδάσκουν την πολιτική αρετή, η έλλειψη της οποίας επιφέρει βαρύτατες ποινές (εξορία, δήμευση περιουσιών) ή ακόμα και τον θάνατο.

Β4. Να γράψετε στο τετράδιό σας, δίπλα στο γράμμα που αντιστοιχεί σε καθεμιά από τις παρακάτω θέσεις, τη λέξη Σωστό, αν είναι σωστή, ή τη λέξη Λάθος, αν είναι λανθασμένη:

α. Η δίκη και καταδίκη του Σωκράτη ήταν πολιτική δίωξη. = Σωστό
β. Ο Πλάτων με τα ταξίδια του στη Σικελία κατάφερε να εφαρμόσει το πολιτικό του όραμα. = Λάθος
γ. Ο Πλάτων ανέλαβε πολιτικά αξιώματα στην Αθήνα. = Λάθος
δ. Οι λογοτεχνικές ικανότητες του Πλάτωνα αποτυπώνονται στον «Πρωταγόρα». = Σωστό
ε. Στον διάλογο «Πρωταγόρας» ο Σωκράτης και ο Πρωταγόρας συμφώνησαν ότι η αρετή είναι διδακτή. = Λάθος
Μονάδες 10

Β5. Να βρείτε στο παραπάνω διδαγμένο κείμενο μία ετυμολογικά συγγενή λέξη, απλή ή σύνθετη, για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις της αρχαίας ελληνικής:
λοχαγός, γαλλίασις, θρέψις, βαθμίς, φιξις, χυρός, διάδημα, νεογνός, λέθριος, δεισιδαίμων.
Μονάδες 10

λοχαγός: γοντα,
γαλλίασις: γάλματα
θρέψις: τροφν
βαθμίς: βωμούς
φιξις: κανς
χυρός: μετέσχε
διάδημα: ποδέσεις
νεογνός: συγγένειαν
λέθριος: πώλλυντο
δεισιδαίμων: δείσας

Γ. Αδδακτο κεμενο
Θουκυδίδου στορίαι Α. 15. 1-2 (εκδ. Teubner)

Τά μν ον ναυτικ τν λλήνων τοιατα ν, τά τε παλαι κα τ στερον γενόμενα. σχν δ περιεποιήσαντο μως οκ λαχίστην ο προσσχόντες ατος χρημάτων τε προσόδ κα λλων ρχ· πιπλέοντες γρ τς νήσους κατεστρέφοντο, κα μάλιστα σοι μ διαρκ εχον χώραν. κατ γν δ πόλεμος, θεν τισ κα δύναμις παρεγένετο, οδες ξυνέστη· πάντες δ σαν, σοι κα γένοντο, πρς μόρους τος σφετέρους κάστοις, κα κδήμους στρατείας πολ π τς αυτν π’ λλων καταστροφ οκ ξσαν ο λληνες. ο γρ ξυνειστήκεσαν πρς τς μεγίστας πόλεις πήκοοι, οδ’ α ατο π τς σης κοινς στρατείας ποιοντο […].

ξσαν στρατείας= έκαναν εκστρατείες

Γ1. Να γράψετε στο τετράδιό σας τη μετάφραση του κειμένου.
Μονάδες 20

Αυτά λοιπόν υπήρξαν τα ναυτικά των Ελλήνων και τα παλιά και τα νεότερα. Οπωσδήποτε, όσοι έστρεψαν την προσοχή και τη δραστηριότητά τους σε αυτά, απέκτησαν σημαντική δύναμη, όχι μόνο με την αύξηση των εισοδημάτων τους, αλλά και με την επέκταση της κυριαρχίας τους σε άλλους. Διότι, πλέοντες εναντίον νησιών, όσοι ιδίως δεν είχαν επαρκή χώρα, άρχισαν να τα καθυποτάσσουν. Στην ξηρά όμως, κανένας πόλεμος δεν έγινε, τέτοιος τουλάχιστον, από τον οποίο να προέλθει σημαντική αύξηση δύναμης, αλλά όλοι όσοι τυχόν έγιναν, ήταν πόλεμοι μεταξύ ομόρων, ενώ εκστρατείες σε ξένες και μακρινές χώρες με σκοπό την κατάκτηση άλλων δεν επιχειρούν οι Έλληνες. Διότι ούτε με τα ισχυρότερα κράτη τάσσονται ως υπήκοοι, ούτε, άλλωστε, ενώνονται εκούσια ως ίσοι για χάρη κοινής εκστρατείας.

Γ2. Να γράψετε τους ζητούμενους τύπους για καθεμιά από τις παρακάτω λέξεις του κειμένου:

ν: το τρίτο ενικό πρόσωπο οριστικής μέλλοντα
= σται
λαχίστην: τη δοτική πληθυντικού του συγκριτικού βαθμού στο ίδιο γένος
= λάττοσιν
προσσχόντες: το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο υποτακτικής του ίδιου χρόνου στην ίδια φωνή
= πρόσσχωμεν
πιπλέοντες: το δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο προστακτικής του ίδιου χρόνου στην ίδια φωνή
= πιπλετε  
κατεστρέφοντο: το τρίτο ενικό πρόσωπο προστακτικής παρακειμένου στην ίδια φωνή
= κατεστράφθω
μάλιστα: τον θετικό βαθμό
= μάλα
διαρκ: την κλητική ενικού του αρσενικού γένους
= διαρκές
κδήμους: τη δοτική πληθυντικού του θηλυκού γένους
= κδήμοις
οδείς: τη γενική ενικού του θηλυκού γένους
= οδεμις
ξσαν: το απαρέμφατο του αορίστου β΄.
= ξελθεν
Μονάδες 10

Γ3.α. Να γίνει πλήρης συντακτική αναγνώριση των παρακάτω τύπων: τ ναυτικά, ατος, λλων (το πρώτο στο κείμενο), π καταστροφ, πήκοοι.
μονάδες 5

τ ναυτικά: υποκείμενο του ρήματος ν (σε πληθυντικό αριθμό: αττική σύνταξη)
ατος: Αντικείμενο στη μετοχή προσσχόντες
λλων: Γενική αντικειμενική στο ρχ
π καταστροφ: Εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός του σκοπού στο οκ ξσαν
πήκοοι: Επιρρηματικό κατηγορούμενο του τρόπου στο εννοούμενο υποκείμενο (ο λληνες) του ρήματος ξυνειστήκεσαν

Γ3.β. «σχν δ περιεποιήσαντο μως οκ λαχίστην ο προσσχόντες ατος»: Να μεταφέρετε την παραπάνω πρόταση στον πλάγιο λόγο με όλους τους δυνατούς τρόπους, με εξάρτηση από τη φράση: «παντες γιγνώσκουσι».
μονάδες 5
Μονάδες 10

Πλάγιος λόγος:
- παντες γιγνώσκουσι τι σχν περιεποιήσαντο μως οκ λαχίστην ο προσσχόντες ατος.
- παντες γιγνώσκουσι σχν περιποιήσασθαι μως οκ λαχίστην τούς προσσχόντας ατος.

- παντες γιγνώσκουσι σχν περιποιησαμένους μως οκ λαχίστην τούς προσσχόντας ατος.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X