Τόλης Καζαντζής «Η θεία Φερενίκη» (απόσπασμα)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Ylli Haruni

Τόλης Καζαντζής «Η θεία Φερενίκη» (απόσπασμα)

Τις Κυριακές και τις γιορτές, μετά την εκκλησία, ερχόταν σπίτι μας η θεία Φερενίκη και μου μάθαινε, μια σταλιά παιδί, τροπάρια:

Βαρβάραν την αγίαν τιμήσωμεν,
εχθρού γαρ τας παγίδας συνέτριψεν.

Ήτανε συμμαθήτριες με τη γιαγιά μου στο διδασκαλείο. Το χειμώνα καθόντανε οι δυο τους κοντά στη σόμπα κι όσο να ζεσταθεί το μπρούσικο κρασί, πίνανε τον καφέ τους. Ύστερα βάζαν το κρασί ζεστό στα ποτήρια και το σιγοπίνανε βουτώντας πού και πού μια φέτα ψωμί. Μιλούσανε σιγά σιγά η μια στην άλλη, πάντα στην καθαρεύουσα και πάντα στον πληθυντικό. Σαράντα τόσα χρόνια φιλενάδες και πληθυντικό!
Τις γιορτές η θεία Φερενίκη φόραγε το παράσημο. Ήταν ένας χάλκινος σταυρός μ’ ένα ακτινωτό αστέρι στη μέση, που κρεμόταν από μια μπλε κι άσπρη κορδελίτσα. Το είχε πάρει τότε που υπηρετούσε δασκάλα στο Δυρράχιο, απ’ τον ίδιο τον Έλληνα πρόξενο, μεγαλέμπορα του Δυρραχίου, «κατ’ εντολήν του Μεγαλειοτάτου βασιλέως μας Γεωργίου του Πρώτου». Την ίδια κιόλας μέρα, με νωπή τη συγκίνηση στα αμυγδαλωτά της μάτια, βγήκε φωτογραφία με το παράσημο να πετάει απάνω στ’ αφράτο της στήθος. Κι ήταν να μην πιστεύεις στα ίδια σου τα μάτια, βλέποντας αυτή την καχεκτικιά ασπρομάλλα γριούλα, τη θεία Φερενίκη, και να σου λέει με πικρό χαμόγελο πως «ναι, είναι η ίδια στη φωτογραφία», πως είν’ αυτή η καλλονή με τα λοξά σχιστά μάτια που φτάνανε σχεδόν μέχρι τις ρίζες των πυρρόξανθων μαλλιών της, με τα ροδαλά τσιτωμένα μάγουλα, με τον περήφανο κότσο λίγο πιο πάνω απ’ την κορφή και με τον τροφαντό μπούστο, όπου ήταν αδύνατο να κάνει επαφή το παράσημο.
Και πραγματικά. Αν δεν ήταν το παράσημο, ίδιο κι απαράλλαχτο με το πραγματικό, θα ‘ταν αδύνατο να πεις πως είναι η θεία Φερενίκη. Δε θα μπορούσες να εξηγήσεις πώς γίνανε αυτά τα ξεπλυμένα γαλανά ματάκια με τη θολούρα του καταρράχτη, πώς γίνανε δυο γκριζωπές γραμμές εκείνα τα σαρκώδη ηδυπαθή χείλια και προπαντός πώς γούβιασε εκείνο εκεί το στήθος. Μονάχα το παράσημο απόμενε το ίδιο. Το παράσημο, η καθαρεύουσα, ο πληθυντικός, οι αβρές και ήρεμες κινήσεις καθώς σήκωνε το φλιτζάνι του καφέ, καθώς βουτούσε στο κρασί τη φέτα το ψωμί κι οι ευχές στη γιαγιά μου μπαίνοντας στην κάμαρα:
«Επί έτη πολλά να εορτάζωμεν του Ευαγγελισμού, Μαριγώ μου».
Κι η γιαγιά μου:
«Αμήν, Φερενίκη μου, διότι τις οίδεν τι μας επιφυλάσσει το μέλλον».
Η γιαγιά μου ήταν διαφορετικιά. Τουλάχιστον στην εμφάνιση. Δυσκίνητη, γεμάτη υποψίες ασθενειών, είχε βολέψει διαφορετικά τη ζωή της. Είχε παντρευτεί κι είχε κάνει παιδιά κι εγγόνια. Όμως παρόλο που δεν ακούστηκε ποτέ παράπονο απ’ τα χείλια της, βλέπαμε πόσο αταίριαστη ήταν με τον παππού μου. Εκείνος πάλι, κατά βάθος χρυσός άνθρωπος, λαϊκός τύπος με τα όλα του, έβλεπε πως από κάπου του περίσσευε η γιαγιά μου. Αυτό, φαίνεται, τον σκύλιαζε και το ‘ριχνε στην ειρωνεία με κάτι «καλέ άντες» αντί γι’ απάντηση, ή κάτι «η κυρία με τας κιμωλίας» όπως έλεγε τας καμελίας. Μα προπαντός τα ‘χε με τη θεία Φερενίκη. Έφτασε κιόλας να τη συκοφαντεί, πως τάχα είχε ψείρες, πράμα συχνό για κείνη την εποχή, μα αδύνατο να το πιστέψεις για την πεντακάθαρη γριούλα. Άσε πια τις άλλες τις χοντράδες που ‘κανε όταν την έβρισκε στο σπίτι: Βροντούσε ασταμάτητα τις πόρτες, κυκλοφορούσε με τα μακριά του σώβρακα και τη μανικωτή φανέλα του κι έβρισκε γιορτιάτικα να βγάλει στη μέση όλα τα μερεμέτια και τα μαστορικά του, βρίζοντας τα χειρότερα όταν δεν τα πετύχαινε με το πρώτο. Η γιαγιά μου με τη θεία Φερενίκη κάναν πως δεν άκουγαν και συνεχίζανε τα δικά τους, κι ο παππούς μου δώστου χειρότερα, ώσπου η γιαγιά μου αναγκαζόταν να δικαιολογηθεί:
«Κάμνω παν ό,τι αρέσκει εις αυτόν και υποφέρω αγογγύστως παν ό,τι δεν αρέσκει εις εμέ».
Ο παππούς μου, που δεν καταλάβαινε γρυ:
«Ανάθεμα τη ρίζα σου», απαντούσε απέξω· κι η θεία Φερενίκη:
«Παντρευτήκατε όμως, Μαριγώ μου, έχετε τα παιδιά, τα εγγονάκια σας. Ενώ εγώ; Τίποτε. Εάν ζούσεν τουλάχιστον ο Αλξανδρος...»
Πάντα αυτός ο Αλέξανδρος. Έτσι σκέτος Αλέξανδρος, χωρίς επώνυμο, χωρίς άλλα στοιχεία, χωρίς τίποτε, πράμα που σιγά σιγά γίνηκε για μας, μικρά παιδιά, σωστό μυστήριο, που δε λέγαμε να το καταπιούμε. Μα όταν ρωτάγαμε τη γιαγιά μας:
«Ο αρραβωνιαστικός της Φερενίκης που σκοτώθηκε σε δυστύχημα», μας απαντούσε αόριστα.
[…]

Η παρέλαση-η ενηλικίωση, Νεφέλη, 1995.

μπρούσικο: είδος κρασιού
ηδυπαθή: που εξέπεμπαν ερωτισμό
αβρές: απαλές
τις οίδεν: ποιος ξέρει
αγογγύστως: χωρίς να δυσανασχετώ
γρυ: τίποτα

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ

α1. Να αναφέρετε τα πρόσωπα της ιστορίας.

Πρωταγωνιστικό πρόσωπο της ιστορίας είναι η «θεία» Φερενίκη, που αποκαλείται έτσι από τον αφηγητή, όχι γιατί υπάρχει κάποια συγγενική σχέση μεταξύ τους, αλλά επειδή η ηλικιωμένη αυτή δασκάλα είναι φίλη της γιαγιάς του για πάνω από σαράντα χρόνια.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει, επίσης, η γιαγιά του αφηγητή, η Μαριγώ, η οποία, αν και είχε σπουδάσει στο διδασκαλείο της εποχής, είχε παντρευτεί έναν καλόψυχο μεν, αλλά λαϊκό άνθρωπο, ο οποίος ένιωθε διαρκώς πως υστερεί σε σχέση με τη γυναίκα του κι αυτό τον ωθούσε να την αντιμετωπίζει με ειρωνικό τρόπο και να μην της δείχνει τον οφειλόμενο σεβασμό.
Σε δεύτερο επίπεδο κινούνται ο αφηγητής και τα αδέρφια του, που ως εγγόνια της Μαριγώς, γίνονται μάρτυρες τόσο των επισκέψεων της θείας Φερενίκης, όσο και της συμπεριφοράς του παππού τους. Ενώ, στο τέλος του κειμένου γίνεται μνεία και στον αρραβωνιαστικό της θείας Φερενίκης, τον Αλέξανδρο, που σκοτώθηκε σε δυστύχημα προτού παντρευτούν.

α2. Να επισημάνετε στο κείμενο στοιχεία σχετικά με το πρόσωπο του αφηγητή της ιστορίας.

«Τις Κυριακές και τις γιορτές, μετά την εκκλησία, ερχόταν σπίτι μας η θεία Φερενίκη και μου μάθαινε, μια σταλιά παιδί, τροπάρια...»
«Ήτανε συμμαθήτριες με τη γιαγιά μου στο διδασκαλείο.»
«Έτσι σκέτος Αλέξανδρος, χωρίς επώνυμο, χωρίς άλλα στοιχεία, χωρίς τίποτε, πράμα που σιγά σιγά γίνηκε για μας, μικρά παιδιά, σωστό μυστήριο, που δε λέγαμε να το καταπιούμε...»

Ο αφηγητής αναφέρεται σε γεγονότα και πρόσωπα της παιδικής του ηλικίας, όπως τα έζησε στο πατρικό του σπίτι (ερχόταν σπίτι μας), όπου διέμεναν κι ο παππούς κι η γιαγιά του. Φροντίζει, μάλιστα, να εντάσσει τον εαυτό του σ’ ένα σύνολο παιδιών «για μας, μικρά παιδιά...», που προφανώς είναι τα αδέλφια του. Η παρουσία του στην ιστορία είναι αρκετά διακριτική, εφόσον ο ίδιος δεν πρωταγωνιστεί σε όσα περιγράφει. Στην πραγματικότητα πρόκειται για καταστάσεις που τις βιώνει περισσότερο ως απλός παρατηρητής, κι έρχεται στο προσκήνιο ελάχιστες φορές, όπως, για παράδειγμα, στην αρχή του κειμένου όπου δηλώνει πως η θεία Φερενίκη του μάθαινε, αν και ήταν πολύ μικρός ακόμη, τροπάρια.
Ο αφηγητής παρακολουθεί με θαυμασμό τις συνομιλίες της γιαγιάς του Μαριγώς, με τη θεία Φερενίκη, καθώς διαπιστώνει πως αν και ήταν φίλες για περισσότερο από σαράντα χρόνια μιλούσαν η μία στην άλλη στον πληθυντικό, και, μάλιστα, στην καθαρεύουσα. Του κάνει εντύπωση η ευγένεια στις κινήσεις και στους τρόπους γενικότερα της θείας Φερενίκης, κι είναι εμφανής η συμπάθεια που της έχει, κάτι που γίνεται κυρίως εμφανές στην προσπάθειά του να τη δικαιολογήσει απέναντι στις συκοφαντίες του παππού του εις βάρος της.
Ο αφηγητής, αν και έζησε τα γεγονότα αυτά όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, φανερώνει ιδιαίτερη οξυδέρκεια στο πώς αντιλαμβάνεται και ερμηνεύει την αρνητική στάση του παππού του τόσο απέναντι στη σύζυγό του, τη Μαριγώ, όσο και απέναντι στη φίλη της, τη θεία Φερενίκη.  

α3. «Τις γιορτές… το παράσημο.». Να αναγνωρίσετε στο απόσπασμα τα δυο (2) επίπεδα χρόνου. Να αναφέρετε από δύο φράσεις που χαρακτηρίζουν κάθε ένα επίπεδο.

«Τις γιορτές η θεία Φερενίκη φόραγε το παράσημο. Ήταν ένας χάλκινος σταυρός μ’ ένα ακτινωτό αστέρι στη μέση, που κρεμόταν από μια μπλε κι άσπρη κορδελίτσα. Το είχε πάρει τότε που υπηρετούσε δασκάλα στο Δυρράχιο, απ’ τον ίδιο τον Έλληνα πρόξενο, μεγαλέμπορα του Δυρραχίου, «κατ’ εντολήν του Μεγαλειοτάτου βασιλέως μας Γεωργίου του Πρώτου». Την ίδια κιόλας μέρα, με νωπή τη συγκίνηση στα αμυγδαλωτά της μάτια, βγήκε φωτογραφία με το παράσημο να πετάει απάνω στ’ αφράτο της στήθος. Κι ήταν να μην πιστεύεις στα ίδια σου τα μάτια, βλέποντας αυτή την καχεκτικιά ασπρομάλλα γριούλα, τη θεία Φερενίκη, και να σου λέει με πικρό χαμόγελο πως «ναι, είναι η ίδια στη φωτογραφία», πως είν’ αυτή η καλλονή με τα λοξά σχιστά μάτια που φτάνανε σχεδόν μέχρι τις ρίζες των πυρρόξανθων μαλλιών της, με τα ροδαλά τσιτωμένα μάγουλα, με τον περήφανο κότσο λίγο πιο πάνω απ’ την κορφή και με τον τροφαντό μπούστο, όπου ήταν αδύνατο να κάνει επαφή το παράσημο.»

Το απόσπασμα κινείται σε δύο επίπεδα χρόνου: α) στο παρόν της αφήγησης, δηλαδή στα χρόνια κατά τα οποία ο αφηγητής ήταν μικρό παιδί, και β) στο παρελθόν, στην εποχή δηλαδή κατά την οποία η θεία Φερενίκη ήταν νεαρή δασκάλα στο Δυρράχιο και της απονεμήθηκε, κατ’ εντολή του βασιλιά Γεωργίου Α΄, παράσημο για τις υπηρεσίες της.
Παρόν της αφήγησης:
- Τις γιορτές η θεία Φερενίκη φόραγε το παράσημο. Ήταν ένας χάλκινος σταυρός μ’ ένα ακτινωτό αστέρι στη μέση, που κρεμόταν από μια μπλε κι άσπρη κορδελίτσα.
- Κι ήταν να μην πιστεύεις στα ίδια σου τα μάτια, βλέποντας αυτή την καχεκτικιά ασπρομάλλα γριούλα, τη θεία Φερενίκη, και να σου λέει με πικρό χαμόγελο πως «ναι, είναι η ίδια στη φωτογραφία».

Παρελθόν:
- Την ίδια κιόλας μέρα, με νωπή τη συγκίνηση στα αμυγδαλωτά της μάτια, βγήκε φωτογραφία με το παράσημο να πετάει απάνω στ’ αφράτο της στήθος.
- η καλλονή με τα λοξά σχιστά μάτια που φτάνανε σχεδόν μέχρι τις ρίζες των πυρρόξανθων μαλλιών της, με τα ροδαλά τσιτωμένα μάγουλα, με τον περήφανο κότσο λίγο πιο πάνω απ’ την κορφή και με τον τροφαντό μπούστο, όπου ήταν αδύνατο να κάνει επαφή το παράσημο.

β1. Να περιγράψετε σε μια παράγραφο τη σχέση ανάμεσα στη γιαγιά και στον παππού του αφηγητή.

Παρά το γεγονός ότι ο παππούς του αφηγητή ήταν κατά βάθος καλός άνθρωπος, δεν μπορούσε ωστόσο να αποδεχτεί πως η σύζυγός του είχε υψηλότερο πνευματικό επίπεδο από εκείνον και πως ήταν σαφώς πιο εκλεπτυσμένη στους τρόπους και στη συμπεριφορά της, με αποτέλεσμα να την ειρωνεύεται συνεχώς και να επιχειρεί να την εκθέτει με τις πράξεις του στη φίλη της, τη θεία Φερενίκη. Κατά τρόπο εντελώς ανώριμο ο παππούς κατέφευγε σε συκοφαντίες εις βάρος της ηλικιωμένης δασκάλας ή φρόντιζε να κάνει κάθε είδους φασαρία τις μέρες που εκείνη βρισκόταν στο σπίτι τους, προκειμένου να της δείξει πως είναι ανεπιθύμητη. Του ήταν δύσκολο να δεχτεί την πολύχρονη φιλία των δύο γυναικών, μιας και αποτελούσε μια διαρκή υπόμνηση της πνευματικής ανωτερότητας της συζύγου του, που είχε φοιτήσει στο διδασκαλείο. Από την άλλη, πάντως, η γιαγιά φρόντιζε να κάνει πάντοτε ό,τι άρεσε στο σύζυγό της και να ανέχεται χωρίς διαμαρτυρίες ό,τι ενοχλούσε την ίδια ή ό,τι δεν της ήταν αρεστό, μόνο και μόνο για να διατηρεί, όσο ήταν αυτό εφικτό, τη γαλήνη στη μεταξύ τους σχέση.

β2. «Κάμνω παν ό,τι αρέσκει εις αυτόν και υποφέρω αγογγύστως παν ό,τι δεν αρέσκει εις εμέ». Να σχολιάσετε τη φράση της γιαγιάς κάνοντας αναφορά στις αντιλήψεις της για το ρόλο της γυναίκας.

Η γιαγιά του αφηγητή προκειμένου να αποφεύγει τις εντάσεις στο γάμο της, φροντίζει αφενός να κάνει ό,τι είναι αρεστό στον άντρα της και αφετέρου να υπομένει αδιαμαρτύρητα ό,τι δεν αρέσει στην ίδια. Πρόκειται για μια σαφή ένδειξη πως αναγνωρίζει στο σύζυγό της περισσότερα δικαιώματα απ’ ό,τι στον εαυτό της, με τη λογική, ίσως, πως εκείνος ως άντρας έχει πρωτεύοντα ρόλο. Ακολουθεί, άρα, παλαιότερες αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες η γυναίκα όφειλε να υποτάσσεται στη θέληση του συζύγου της και να συμμορφώνεται με τις δικές του επιθυμίες, μιας και ο άντρας είχε κυρίαρχο ρόλο στην οικογένεια και στο σπίτι.

Η γιαγιά του αφηγητή θα μπορούσε, πιθανώς, να διεκδικήσει από τον άντρα της το δικαίωμα να γίνονται σεβαστές κι οι δικές της επιθυμίες, ώστε να μην είναι διαρκώς αναγκασμένη να υπομένει τις δικές του προτιμήσεις και να ανέχεται κάθε δική του ιδιοτροπία, μα κάτι τέτοιο θα ερχόταν σε αντίθεση με τις συνήθειες της εποχής και θα προκαλούσε έντονη δυσαρέσκεια στο σύζυγό της. Προτιμά, λοιπόν, να καταπιέζει τον εαυτό της, με τη σκέψη και την ελπίδα πως έτσι θα υπάρχουν όσο γίνεται λιγότερες αφορμές συγκρούσεων και διαφωνιών μεταξύ τους.  

Θοδόσης Πιερίδης «Κύπρος 1958»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Joana Kruse

Θοδόσης Πιερίδης «Κύπρος 1958»

«Ήταν οχτώ χρονώ.

Είχε δυο άταχτα πλεξουδάκια
κι αμέτρητα χρόνια ακόμα να ζήσει.

Σκορπίστηκαν όλα, ανακατώθηκαν όλα με τις λάσπες του δρόμου.

Είπανε για μια σφαίρα αδέσποτη.

Γιατί τη λέξη δολοφονία δύσκολα την προφέρνουν οι δολοφόνοι.

Δύσκολα παραδέχονται πως μαζευτήκανε τόσοι άντρες σιδερόφρακτοι
για να σκοτώσουν ένα παιδάκι.»

[Το χρυσό μονοπάτι, 1961]

Σχόλιο
Το ποίημα φαίνεται ότι επικεντρώνεται στην τραγική περίπτωση ενός κοριτσιού, της Ιωάννας Ζαχαριάδου από την Αμμόχωστο, η οποία έπεσε θύμα της βίας των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων στις 3 Οκτωβρίου 1958.

Το σύντομο αυτό ποίημα έχει, όπως προκύπτει από τον περιορισμό των ιστορικών αναφορών μόνο στο πλαίσιο του τίτλου (Κύπρος 1958), κύριο στόχο να αποτελέσει μια αντιπολεμική καταγγελία, κι όχι να σταθεί στη συγκεκριμένη σύγκρουση ανάμεσα στους Βρετανούς και τους Ελληνοκυπρίους. Ό,τι προέχει εδώ είναι το γεγονός της απώλειας ενός αθώου παιδιού στο όνομα μιας ακόμη πολεμικής αναμέτρησης, χωρίς να έχει πρωτεύουσα σημασία το ποια ήταν η αναμέτρηση αυτή και σε τι αποσκοπούσε.  
Σαφής, άλλωστε, είναι η πρόθεση του δημιουργού να επιτρέψει στο ίδιο το γεγονός να φανερώσει με την τραγικότητά του το επώδυνο των πολεμικών συγκρούσεων, χωρίς να καταφύγει στη χρήση πλήθους εκφραστικών ή άλλων συγκινησιακών μέσων. Η έκφραση παραμένει λιτή και το ποίημα σκοπίμως σύντομο και επιγραμματικό.

«Ήταν οχτώ χρονώ.

Είχε δυο άταχτα πλεξουδάκια
κι αμέτρητα χρόνια ακόμα να ζήσει.»

Με του τρεις πρώτους στίχους ο ποιητής παρουσιάζει συνοπτικά το κεντρικό πρόσωπο της οδυνηρής αυτής ιστορίας∙ ένα οχτάχρονο χαριτωμένο κοριτσάκι, που είχε ακόμη «αμέτρητα» χρόνια να ζήσει, πλήθος εμπειριών να βιώσει και άπλετη αγάπη να προσφέρει στους οικείους της. Ένα μικρό κορίτσι, που με τις άταχτες πλεξούδες των μαλλιών της προσέφερε και αποτελούσε μια χαρακτηριστική εικόνα της αθώας αυτής ηλικίας∙ ένα μικρό κορίτσι που δεν είχε απολύτως καμία ευθύνη για όσα διαδραματίζονταν γύρω της στον κόσμο των ενηλίκων∙ ένα μικρό κορίτσι που δεν απειλούσε με την παρουσία της κανέναν, και ιδίως μια ιμπεριαλιστική δύναμη, όπως ήταν αυτή των Βρετανών.

«Σκορπίστηκαν όλα, ανακατώθηκαν όλα με τις λάσπες του δρόμου.»

Μ’ έναν μόλις στίχο ο Πιερίδης αποδίδει σπαρακτικά τη δραματική στιγμή της δολοφονίας. Εντελώς απροσδόκητα, όλα όσα συνιστούσαν την ύπαρξη του οχτάχρονου κοριτσιού σκορπίστηκαν κι ανακατώθηκαν με τις λάσπες του δρόμου. Τα άταχτα πλεξουδάκια της, τα ελάχιστα χρόνια της, η ίδια της η ζωή, βρέθηκαν όλα πεσμένα στο δρόμο, ανακατωμένα με τις λάσπες.

«Είπανε για μια σφαίρα αδέσποτη.

Γιατί τη λέξη δολοφονία δύσκολα την προφέρνουν οι δολοφόνοι.»

Η δικαιολογία που δόθηκε από τους άνανδρους δολοφόνους του μικρού κοριτσιού ήταν πως επρόκειτο για μια αδέσποτη σφαίρα∙ για μια σφαίρα που δεν είχε στόχο το αθώο αυτό παιδάκι. Ωστόσο, όπως με καυστική ειρωνεία επισημαίνει ο ποιητής, ήταν αναμενόμενο πως οι δολοφόνοι του παιδιού θα έβρισκαν κάποιο τρόπο για να δικαιολογήσουν ό,τι συνέβη, αφού στην πραγματικότητα τους είναι δύσκολο να προφέρουν τη λέξη δολοφονία∙ τους είναι δύσκολο να πουν με το όνομά του αυτό που κάνουν.  

«Δύσκολα παραδέχονται πως μαζευτήκανε τόσοι άντρες σιδερόφρακτοι
για να σκοτώσουν ένα παιδάκι.»

Πολύ δύσκολα θα παραδέχονταν πως χρειάστηκε να μαζευτούν τόσοι πάνοπλοι άνδρες, μόνο και μόνο για να σκοτώσουν ένα ανυπεράσπιστο παιδάκι. Πολύ δύσκολα θα παραδέχονταν πως έστρεψαν τα όπλα τους πάνω σ’ ένα αθώο παιδάκι, που δεν θα μπορούσε ποτέ να τους βλάψει, μόνο και μόνο για να ποτίσουν με πόνο τις ψυχές των δικών του, και να τους δείξουν έτσι πως κάνουν λάθος να τα βάζουν με μια ανελέητη στρατιωτική δύναμη. Πάνοπλοι στρατιώτες∙ σιδερόφρακτοι άντρες που μη μπορώντας να χτυπήσουν εκείνους που θέλουν, επιλέγουν τελικά να σκοτώσουν ένα παιδάκι για να στείλουν, ίσως, ένα μήνυμα εκφοβισμού.
Ακόμη, βέβαια, κι αν επρόκειτο πράγματι για μια στιγμή ατυχίας -για μια αδέσποτη σφαίρα- το μήνυμα του ποιήματος είναι σαφές και αντλείται από το πολλαπλά επώδυνο αυτής της απώλειας∙ κάθε πολεμική αναμέτρηση, είτε παρακινείται από την επιθυμία μιας ισχυρής δύναμης να διατηρήσει την κυριαρχία της, είτε αποτελεί την κραυγή μιας υπόδουλης εθνότητας που επιζητά την απελευθέρωσή της, έχει ως θύματα αθώες ψυχές. Κάθε πόλεμος, όποια κι αν είναι τα κίνητρά του, σκορπίζει παντού το θάνατο και τη δυστυχία, καθιστώντας σχεδόν ανούσια τα «κέρδη» του, όποια πλευρά κι αν υπερισχύσει.
Αν θελήσουμε, εντούτοις, να αναγνωρίσουμε το δίκαιο χαρακτήρα που έχει ένας αγώνας που αποσκοπεί στην απελευθέρωση ενός έθνους από τα δεσμά μιας ξένης δύναμης κατοχής, θα πρέπει να αποδώσουμε την ευθύνη για κάθε θάνατο αθώου ανθρώπου στην πλευρά των ισχυρών, διότι είναι η δική τους επιμονή να παραβιάζουν τις αρχές του δικαίου που εξωθεί τους υπόδουλους ή τους αδικούμενους ανθρώπους να καταφύγουν σε μια τόσο ακραία μορφή αντίδρασης, όπως είναι η ένοπλη σύγκρουση.

[Στις 16 Αυγούστου 1960 η Μεγάλη Βρετανία παραχώρησε στην Κύπρο την Ανεξαρτησία της.]

Εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας 1955-1959

Εθνική Οργάνωσις Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ)

Ο Γρίβας, πρώην αρχηγός της αντικομουνιστικής οργάνωσης «Χ» στη δεκαετία του 1940, είχε συλλάβει από νωρίς την ιδέα της ένοπλης δράσης∙ στις αρχές της δεκαετίας του 1950, παρουσίασε τις απόψεις του στον Μακάριο, ο οποίος αρχικά ήταν αρνητικός. Ακολούθησε, το 1952 σειρά συναντήσεων, στις οποίες συμμετείχαν, εκτός από τον Μακάριο και τον Γρίβα, ο κυπριακής καταγωγής δημοσιογράφος Αχιλλέας Κύρου, και οι δικηγόροι Σάββας και Σωκράτης Λοϊζίδης, καθώς και Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι πνευματικοί άνθρωποι και στρατιωτικοί. Σύνδεσμος με την ίδια τη Μεγαλόνησο ήταν ο Ανδρέας Αζίνας. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του, κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών ο Αρχιεπίσκοπος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένοπλη δράση θα μπορούσε να μετακινήσει τους Βρετανούς από την απόλυτα αρνητική θέση τους∙ έδωσε τελικά τη συγκατάθεσή του, το 1954, με την προϋπόθεση ότι οι επιθέσεις θα κατευθύνονταν κατά των βρετανικών εγκαταστάσεων και ότι θα καταβαλλόταν κάθε προσπάθεια να μην υπάρξουν ανθρώπινα θύματα. Ο Γρίβας μετακινήθηκε αρχικά στη Ρόδο και κατόπιν έφτασε στην Κύπρο, όπου και οργάνωσε την ΕΟΚΑ (το έδαφος είχε στο μεταξύ προετοιμάσει και με μια επίσκεψή του στην Κύπρο τα προηγούμενα χρόνια). Η σύλληψη από τους Βρετανούς, τον Ιανουάριο 1955, του ελλαδικού καϊκιού «Άγιος Γεώργιος» που μετέφερε πολεμοφόδια στο νησί δεν άρκεσε για να εμποδίσει την εμφάνιση της οργάνωσης.
Η στάση της κυβέρνησης Παπάγου απέναντι στην ΕΟΚΑ έχει αποτελέσει αντικείμενο μακρών συζητήσεων. Οι Βρετανοί και οι Τούρκοι θεωρούσαν δεδομένη τη συνεργασία μεταξύ της ΕΟΚΑ και της ελληνικής κυβέρνησης. Ωστόσο, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά. Ο ίδιος ο Παπάγος φαίνεται να ήταν ενήμερος για τα σχέδια του Γρίβα και αρχικά του είχε υποδείξει να μην προχωρήσει∙ μάλιστα φέρεται να είχε διατάξει τη σύλληψή του όσο βρισκόταν στη Ρόδο, αλλά η διαταγή έφτασε πολύ αργά, όταν ο Γρίβας είχε ήδη αναχωρήσει για την Κύπρο. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία (κυρίως τα απομνημονεύματα του Γρίβα), μόνο μετά την απόρριψη της ελληνικής προσφυγής στον ΟΗΕ, αποδέχτηκε ο Παπάγος το ενδεχόμενο της ένοπλης δράσης. Είναι όμως σίγουρο ότι Ελλαδίτες ιθύνοντες, ακόμη και άνθρωποι κοντά στον Παπάγο, βοηθούσαν στο πρώτο αυτό στάδιο την ΕΟΚΑ -στοιχείο που παραπέμπει σε μια εικόνα ασαφή και ελάχιστα ενδεικτική σωστής οργάνωσης από την πλευρά του ελληνικού κράτους. Σε κάθε περίπτωση, ο Γρίβας δεν λάμβανε εντολές από την ελληνική κυβέρνηση: η ΕΟΚΑ οργανώθηκε και στελεχώθηκε με την προσωπική φροντίδα του ίδιου του αρχηγού της.
Οι σχέσεις μεταξύ του Γρίβα και του Αρχιεπισκόπου ήταν πολύπλοκες. Ο Μακάριος ήταν ο ηγέτης του αγώνα για την Ένωση, ο Γρίβας ο αρχηγός της ένοπλης οργάνωσης, ενώ οι μαχητές της ΕΟΚΑ στρατολογούνταν κατ’ εξοχήν από οργανώσεις της Εθναρχίας και κυρίως τις οργανώσεις νεολαίας. Οπωσδήποτε, υπήρχε μεταξύ τους επικοινωνία και ο αρχηγός της ΕΟΚΑ, παρά τις τεράστιες ικανότητές του στην οργάνωση και διεύθυνση του ένοπλου αγώνα, λίγα θα είχε καταφέρει αν δεν διέθετε την υποστήριξη του Μακαρίου. Ωστόσο, οι δύο ηγέτες δεν εξέφραζαν πάντα ταυτόσημες απόψεις: ο Μακάριος ζητούσε περιορισμένη στρατιωτική δράση και μεγαλύτερη έμφαση στην πολιτική κινητοποίηση, ενώ οι προτεραιότητες του Γρίβα ήταν αντίστροφες. Σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν ακριβές (όπως ισχυρίστηκαν οι Βρετανοί) ότι ο Μακάριος ήταν ο αληθινός ηγέτης της ΕΟΚΑ, ούτε ότι έλεγχε τις πράξεις του Γρίβα, ο οποίος είχε πάντα καλύτερες σχέσεις με τον κύριο εκπρόσωπο των αδιάλλακτων ενωτικών, τον Μητροπολίτη Κυρηνείας.
Η ένοπλη εξέγερση επέδρασε καταλυτικά στο Κυπριακό. Οι Βρετανοί χαρακτήρισαν την ΕΟΚΑ ως οργάνωση «τρομοκρατική» και φάνηκαν αποφασισμένοι να την καταστρέψουν. Σχεδόν αμέσως, άρχισε να εκδηλώνεται αγγλοτουρκική συνεργασία στο ίδιο το νησί, καθώς τις ανησυχίες της εξέφρασε η τουρκική κυβέρνηση, ενώ η αποικιακή διοίκηση συγκρότησε νέα σώματα «επικουρικής αστυνομίας» από Τουρκοκυπρίους (που αποδείχτηκαν ιδιαίτερα πρόθυμοι στις κατασταλτικές επιχειρήσεις σε βάρος της ΕΟΚΑ και του ελληνοκυπριακού πληθυσμού). Έτσι, η βρετανική διοίκηση θα δώσει στη σύγκρουσή της με την ΕΟΚΑ και μία ακόμη διάσταση, αυτήν της σύγκρουσης μεταξύ της ελληνοκυπριακής οργάνωσης και της -απαρτιζόμενης κυρίως από Τουρκοκύπριους- επικουρικής αστυνομίας, με προφανώς δυσμενείς συνέπειες για τις σχέσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Σύντομα εμφανίστηκε και αντίστοιχη τουρκοκυπριακή οργάνωση («Βολκάν»), που αργότερα, το 1957, μετονομάστηκε σε ΤΜΤ (Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης). Η ΤΜΤ οργανώθηκε και ανέλαβε δράση υπό την καθοδήγηση αξιωματικών του τουρκικού στρατού. Πρέπει να σημειωθεί ότι η σχέση της ΤΜΤ με τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις ήταν, σύμφωνα με τις διαθέσιμες ενδείξεις, άμεση, σε αντίθεση με την ΕΟΚΑ, η οποία οργανώθηκε από απόστρατο αξιωματικό του ελληνικού στρατού και δεν αποτέλεσε ποτέ όργανο των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Παρά την επιμονή των Βρετανών ότι η ΕΟΚΑ ασκούσε «τρομοκρατία» (επιμονή που σχετιζόταν και με τις ανάγκες της βρετανικής προπαγάνδας), η μορφή της δράσης της (τμήματα δολιοφθορών, ένοπλα τμήματα στα βουνά, μικρές ένοπλες ομάδες στις πόλεις, πολιτική δράση από το πολιτικό της σκέλος, την ΠΕΚΑ, κινητοποιήσεις από την οργάνωση νεολαίας, την ΑΝΕ) υπαγορευόταν από την ίδια τη φύση του κυπριακού γεωγραφικού χώρου: δεν θα μπορούσε βέβαια σε μια τόσο περιορισμένη έκταση να αναλάβει ο Γρίβας τακτικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ούτε ήταν στόχος της ΕΟΚΑ να νικήσει στρατιωτικά τους Βρετανούς και να τους εκδιώξει από την Κύπρο, αλλά να καταδείξει διεθνώς τη βούληση των Κυπρίων για ελευθερία και να δημιουργήσει έτσι τις προϋποθέσεις για την πολιτική επίλυση του ζητήματος.
Ο αριθμός των βρετανικών δυνάμεων που αντιμετώπιζαν την ΕΟΚΑ δεν έμενε σταθερός. Κυμάνθηκε από 12.000 άνδρες το φθινόπωρο του 1955, έως πάνω από 34.000 ένα χρόνο αργότερα (όταν βρίσκονταν συγκεντρωμένες στο νησί πολλές επιπρόσθετες δυνάμεις που είχαν πάρει μέρος στην αγγλογαλλική εισβολή στην Αίγυπτο). Αργότερα, κατά το σχετικά «ήσυχο» 1957 (όταν η ΕΟΚΑ είχε κηρύξει ανακωχή) ο αριθμός μειώθηκε αισθητά. Στα τέλη του 1958, εποχή κατά την οποία σημειώθηκε νέα κορύφωση της σύγκρουσης, φαίνεται ότι υπήρχαν στη Μεγαλόνησο περίπου 30.000 Βρετανοί στρατιώτες. Οι αριθμοί αυτοί πάντως δείχνουν ότι τεράστιες βρετανικές δυνάμεις, που συνεπικουρούνταν από την επικουρική αστυνομία και διέθεταν σοβαρά στρατιωτικά μέσα, αδυνατούσαν να εξαρθρώσουν την ΕΟΚΑ. Η Κύπρος του 1955-1959 αποτέλεσε μια από τις ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες οι Βρετανοί απέτυχαν να νικήσουν σε έναν αποικιακό πόλεμο.    

[Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΣΤ΄, Εκδοτική Αθηνών] 

Λυσίας «Υπέρ Μαντιθέου» Ερμηνευτικές ερωτήσεις [Διήγηση – Πίστη 7-8]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF
Chris Rivera

Λυσίας «Υπέρ Μαντιθέου» Ερμηνευτικές ερωτήσεις [Διήγηση – Πίστη 7-8]

1.  Γιατί οι κατάλογοι των φυλάρχων αποτελούν, κατά τον Μαντίθεο, πιο αξιόπιστες πηγές σε σχέση με τα σανδια;

Οι φύλαρχοι φρόντιζαν να συντάσσουν με μεγάλη υπευθυνότητα και προσοχή τους σχετικούς καταλόγους, διότι σε περίπτωση που δεν κατέγραφαν τα ονόματα όλων όσων είχαν υπηρετήσει στο ιππικό θα τιμωρούνταν κατ’ ανάγκη οι ίδιοι και θα πλήρωναν τα ποσά που αναλογούσαν σ’ εκείνους που παρέλειψαν. Οι κατάλογοι των φυλάρχων ήταν, επομένως, εύλογα πιο αξιόπιστες πηγές, ιδίως, μάλιστα, αν ληφθεί υπόψη πως οι πινακίδες -τα λευκώματα- ήταν εκτεθειμένες κι ήταν εύκολο σε όποιον ήθελε να σβήσει το όνομά του από αυτές.

2. στε μηδν δι’ λλο…τλμησν μου καταψεσασθαι: Να σχολιάσετε, με βάση το χωρίο, το ήθος των κατηγόρων, όπως το παρουσιάζει ο Μαντίθεος.

Ο Μαντίθεος, έχοντας καταστήσει σαφές πως δεν θεωρεί ότι η κατηγορία που έχει διατυπωθεί εις βάρος του είναι ουσιώδης, καθώς ακόμη κι αν είχε υπηρετήσει στο ιππικό αυτό δεν θα αποτελούσε ικανή αιτία για να μην εγκριθεί η εκλογή του, τονίζει πως ο μόνος λόγος για τον οποίο προχωρά σ’ αυτή την απολογία είναι γιατί κάποιοι τόλμησαν να πουν ψέματα εις βάρος του. Πρόκειται, μάλιστα, για ψέματα που είναι πασιφανή σε όλους κι αυτό φανερώνει ακόμη περισσότερο τη μοχθηρότητα των κατηγόρων του, οι οποίοι μόνο και μόνο για να διαβάλουν έναν αθώο συμπολίτη τους και να του δημιουργήσουν προβλήματα κατέφυγαν σε μια ανυπόστατη κατηγορία, χωρίς να τους απασχολεί καν το γεγονός ότι δεν είχαν αποδείξεις για να τη στηρίξουν. Ενώ, η όλη τους στάση αναδεικνύεται ακόμη πιο δόλια και κακόβουλη, από το εύλογο δεδομένο πως πολλοί άλλοι που είχαν υπηρετήσει ως ιππείς την εποχή των Τριάκοντα εκλέχτηκαν στη συνέχεια βουλευτές ή κατέλαβαν άλλα ανώτερα αξιώματα, στοιχείο που υποδηλώνει πως η πρόθεσή τους ήταν εξαρχής η δημιουργία αρνητικών εντυπώσεων εις βάρος του Μαντιθέου, έστω κι αν δεν θα κατόρθωναν να εμποδίσουν την εκλογή του στο βουλευτικό αξίωμα.
Οι κατήγοροι, λοιπόν, αφού δεν είχαν τίποτε να προσάψουν στον Μαντίθεο και αφού δεν μπορούσαν με κανέναν άλλο τρόπο να τον βλάψουν, αφού ο ίδιος είναι άνθρωπος άμεμπτου ήθους, επέλεξαν να βασιστούν σε μια ανούσια ένδειξη ενοχής, με μοναδικό απώτερο στόχο να σπιλώσουν το όνομά του.   

3. Ο Μαντίθεος καταφεύγει σε έναν υποθετικό συλλογισμό: επερ ππευσα... δοκιμζεσθαι. Ποιο είναι το περιεχόμενο του συλλογισμού και τι επιδιώκει με αυτόν;

Ο Μαντίθεος, στο πλαίσιο αυτού του υποθετικού συλλογισμού, τονίζει πως ακόμη κι αν είχε όντως υπηρετήσει στο ιππικό δεν θα το αρνιόταν σαν να είχε κάνει κάτι το φοβερό, αλλά θα είχε την αξίωση να εγκριθεί η εκλογή του, με τον όρο ότι θα κατόρθωνε να αποδείξει ότι κανένας από τους συμπολίτες του δεν είχε πάθει κάποιο κακό από εκείνον. 
Με το συλλογισμό αυτό ο Μαντίθεος επιχειρεί να φανερώσει πως η κατηγορία που έχει διατυπωθεί εις βάρος του, ακόμη κι αν ήταν αληθινή, δεν αποτελεί ικανό λόγο για να μην εγκρίνουν οι βουλευτές την εκλογή του, εφόσον το να έχει υπηρετήσει κάποιος στο ιππικό την περίοδο της τυραννίας των Τριάκοντα δεν συνιστούσε από μόνο του πραγματικά επιβαρυντικό γεγονός. Εκείνο που είχε ουσιαστική σημασία είναι το αν με τις πράξεις του έβλαψε τους συμπολίτες του ή όχι. Αν, λοιπόν, ο Μαντίθεος αποδείξει πως δεν υπάρχει κανένας που να έχει κάποιο παράπονο για τη στάση και το ήθος του και πως κανένας δεν έχει βλαφτεί από αυτόν, τότε είτε υπηρέτησε ως ιππέας είτε όχι, δεν υπάρχει επί της ουσίας κανένα κώλυμα για την εκλογή του στο βουλευτικό αξίωμα. Είναι, άλλωστε, γνωστό πως στο παρελθόν έχει ήδη εγκριθεί η εκλογή ανθρώπων που αποδεδειγμένα υπηρέτησαν ως ιππείς.  

4. Ποιο βασικό αποδεικτικό στοιχείο της αθωότητάς του εκθέτει ο Μαντίθεος στο κείμενο και με ποια επιχειρήματα το τεκμηριώνει;

Ο Μαντίθεος επικαλείται ως κύριο στοιχείο της αθωότητάς του το γεγονός ότι το όνομά του δεν είναι καταγεγραμμένο στους επίσημους καταλόγους που συνέτασσαν οι φύλαρχοι με τα ονόματα όσων υπηρέτησαν ως ιππείς, στοιχείο που ενισχύεται από το ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη πως ο ίδιος παραδόθηκε στους συνηγόρους του δημοσίου, για να επιστρέψει το σχετικό επίδομα, μα κι από το ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη πως κατέβαλε τελικά στο δημόσιο χρήματα που να αναλογούν στο επίδομα.
Φροντίζει, μάλιστα, να ισχυροποιήσει την αξία αυτού του στοιχείου υπονομεύοντας ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία των πινακίδων σε σύγκριση με την αξιοπιστία που είχαν οι κατάλογοι των φυλάρχων. Τονίζει, έτσι, πως αφενός οι πινακίδες ήταν εκτεθειμένες και μπορούσε ο καθένας να αφαιρέσει το όνομά του από αυτές, αν το ήθελε, και πως αφετέρου οι επίσημοι κατάλογοι είχαν συνταχθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή, διότι σε περίπτωση παράλειψης κάποιου ονόματος, οι φύλαρχοι ήταν αναγκασμένοι να πληρώσουν οι ίδιοι τα αναλογούντα ποσά.
Επιπλέον, ο Μαντίθεος προχωρά ένα βήμα πιο πέρα την απολογία του μ’ έναν ευφυή υποθετικό συλλογισμό, στο πλαίσιο του οποίου επισημαίνει πως ακόμη κι αν είχε όντως υπηρετήσει ως ιππέας, δεν θα είχε κανένα λόγο να το αρνείται, αφού κάτι τέτοιο δεν αποτελεί καταδικαστικό στοιχείο. Δεν είναι, άλλωστε, λίγοι εκείνοι που ενώ είχαν αποδεδειγμένα υπηρετήσει ως ιππείς επί των Τριάκοντα είναι τώρα βουλευτές ή έχουν εκλεγεί ακόμη και στα ανώτερα αξιώματα της πόλης, όπως είναι αυτά του στρατηγού ή του αρχηγού του ιππικού. Επομένως, καταλήγει ο Μαντίθεος, το ζητούμενο δεν είναι το αν υπηρέτησε ως ιππέας ή όχι, αλλά το αν έχει βλάψει κάποιον από τους συμπολίτες του∙ κι αυτό είναι κάτι που μπορεί πέρα από κάθε αμφιβολία να αποδείξει πως δεν ισχύει, εφόσον σ’ όλη του τη ζωή φέρθηκε με απόλυτο σεβασμό απέναντι στους συνανθρώπους του, είτε επρόκειτο για τα μέλη της οικογένειάς του είτε για τους συμπολίτες του.

5. Να περιγράψετε τα ρητορικά ήθη (του ρήτορα, των κατηγόρων και των βουλευτών) όπως διαγράφονται στο κείμενο.

Το ήθος του Μαντιθέου: Ο Μαντίθεος κατορθώνει με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα να παρουσιάσει τον εαυτό του ως το αθώο θύμα κακόβουλων ανθρώπων, οι οποίοι χωρίς να διστάσουν κατασκεύασαν μια ανυπόστατη κατηγορία εις βάρος του. Φροντίζει, μάλιστα, να επισημάνει πως ό,τι είναι πιο σημαντικό για εκείνον δεν είναι το να αποδειχθεί αν υπηρέτησε ή όχι ως ιππέας, αφού κάτι τέτοιο δεν αποτελεί από μόνο του επιβαρυντικό στοιχείο, αλλά το να διερευνηθεί αν με τις πράξεις του έβλαψε ή όχι κάποιον από τους συμπολίτες του. Με ευφυή τρόπο, λοιπόν, καθιστά την κατηγορία εις βάρος του εντελώς ανούσια και δείχνει πως είναι έτοιμος να δεχθεί ενδελεχή έλεγχο των πεπραγμένων του, καθώς δεν έχει απολύτως τίποτε να κρύψει.
Ο Μαντίθεος αναδεικνύει κατ’ αυτό τον τρόπο πως έχει αδικηθεί από ανήθικους ανθρώπους, οι οποίοι θέλοντας να τον βλάψουν με όποιον πιθανό τρόπο κατέφυγαν σε μία κατηγορία που δεν έχει βαρύτητα, αφού πολλοί άλλη που υπηρέτησαν ως ιππείς κατά τη διάρκεια της τυραννίας των Τριάκοντα είναι τώρα μεταξύ των βουλευτών.

Το ήθος των βουλευτών: Ο Μαντίθεος επισημαίνοντας πως κάποιοι από τους βουλευτές είχαν αποδεδειγμένα υπηρετήσει ως ιππείς επί των Τριάκοντα, επιχειρεί αφενός να τους υπενθυμίσει πως έχουν περάσει κι οι ίδιοι με επιτυχία ανάλογη με αυτόν δοκιμασία, κι αφετέρου να επαινέσει την αμερόληπτη στάση του βουλευτικού σώματος, εφόσον δεν επιτρέπουν σ’ ένα τέτοιο γεγονός να τους οδηγήσει αυτομάτως σε καταδικαστική απόφαση, αν το άτομο το οποίο κρίνεται έχει ως προς όλα τ’ άλλα διάγει έναν έντιμο και ηθικό βίο. Οι βουλευτές, επομένως, ακόμη κι αν γνωρίζουν για κάποιον πως έτυχε να του έχουν ανατεθεί καθήκοντα ιππέα επί των Τριάκοντα, δεν το εκλαμβάνουν αυτό από μόνο του ως καταδικαστικό στοιχείο∙ προχωρούν, με αντικειμενικότητα, στον πλήρη έλεγχο της ζωής του ατόμου, ώστε να διαπιστώσουν αν υπήρχε ενεργή συμμετοχή στις αδικίες που διέπραξαν οι Τύραννοι ή όχι.

Το ήθος των κατηγόρων: Μέσα από το συγκεκριμένο σημείο της απολογίας αναδεικνύεται ακόμη πιο έντονα η ανηθικότητα και η μοχθηρία των κατηγόρων, εφόσον προκύπτει πως κατηγορούν τον Μαντίθεο για κάτι που ακόμη κι αν είναι αληθές, δεν αποτελεί πραγματικό κώλυμα για την εκλογή του. Ενώ, δηλαδή, γνωρίζουν πως το να έχει υπηρετήσει κάποιος ως ιππέας επί των Τριάκοντα δεν αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για την ανάδειξη αυτού του ατόμου στα αξιώματα της πόλης, προχωρούν, ούτως ή άλλως, στη διατύπωση της κατηγορίας, αποσκοπώντας προφανώς στη δημιουργία αρνητικών και μόνο εντυπώσεων εις βάρος του. Οι κατήγοροι δεν ενδιαφέρονται, άρα, να προφυλάξουν την πόλη τους από την εκλογή ενός ανήθικου ανθρώπου, αφού αυτό δεν ισχύει για τον Μαντίθεο, αλλά επιδιώκουν με κάθε τρόπο να σπιλώσουν το όνομά του, παρασυρμένοι πιθανώς από τον φθόνο τους για εκείνον.

6. Γιατί ο Μαντίθεος υποστηρίζει ότι και αν ακόμη είχε υπηρετήσει ως ιππέας επί των Τριάκοντα δεν θα το αρνιόταν;


Ο Μαντίθεος βασιζόμενος στην προφανή διαπίστωση πως αρκετοί από αυτούς που διετέλεσαν ιππείς επί των Τριάκοντα είναι τώρα μέλη της βουλής ή έχουν εκλεγεί στρατηγοί και αρχηγοί του ιππικού, θεωρεί πως η κατηγορία αυτή καθ’ αυτή δεν αποτελεί ουσιαστικό κώλυμα για την εκλογή του, οπότε δεν θα είχε κανένα λόγο να την αρνηθεί, αν ήταν αληθινή. Ο λόγος για τον οποίο την αρνείται, επομένως, είναι ακριβώς διότι είναι ψευδής, και όχι διότι θεωρεί πως αποτελεί εμπόδιο για την ανάδειξή του στο βουλευτικό αξίωμα. Όπως, άλλωστε, επισημαίνει στην απολογία του, το μόνο που έχει πραγματική σημασία είναι το αν με τις πράξεις του έχει βλάψει κάποιον από τους συμπολίτες του ή όχι.

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Η αναγνώριση και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων [Επιμέλεια Κριτηρίου: Δρ. Πολύβιος Πρόδρομος]

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Print Friendly and PDF

Έκθεση Γ΄ Λυκείου: Η αναγνώριση και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων [Επιμέλεια Κριτηρίου: Δρ. Πολύβιος Πρόδρομος]


§ 1
Ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπήρξε το ασφαλέστερο κριτήριο της ποιότητας κάθε κοινωνίας. Κατ’ επέκταση, χρέος της κοινωνίας είναι ο σεβασμός, η αναγνώριση και η προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών που ζουν μέσα σ’ αυτή.

§ 2
Αλλά και σε ατομικό επίπεδο, κάθε πολίτης οφείλει να σέβεται όχι μόνο τα δικαιώματα των ανθρώπων που βρίσκονται σε άμεση σχέση με αυτόν, αλλά και τα δικαιώματα των προσώπων εκείνων που δεν έχουν καμία σχέση και εξάρτηση μαζί του, εμπίπτουν όμως στη χριστιανική έννοια του πλησίον.

§ 3
Ο άνθρωπος, γενικά, οφείλει να σέβεται το συνάνθρωπο του, στο βαθμό που ο ίδιος θα ήθελε να τον σεβαστούν, κάνοντας πράξη αυτό που πολύ εύστοχα είπε κάποτε ο Καζαντζάκης: «Αγάπα τον άνθρωπο, γιατί είσαι εσύ». Αν ο καθένας από μας βλέπει μέσα στον άλλο τον ίδιο του τον εαυτό, τότε είναι βέβαιο ότι πολλές παρανοήσεις και αδικίες δε θα έχουν λόγο ύπαρξης, ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα θα είναι σεβαστά, και κανείς δε θα διανοείται να τα παραβιάσει.

§ 4
Τα ανθρώπινα δικαιώματα, βέβαια, κατοχυρώνονται και προστατεύονται από Συντάγματα, από Καταστατικούς Χάρτες Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που έχουν περίτεχνα φιλοτεχνηθεί, από Διακηρύξεις άφθονες και από Διεθνείς Οργανισμούς. Παρ’ όλα αυτά, εκατομμύρια άνθρωποι στερούνται την ελευθερία τους, και σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις τις πιο στοιχειώδεις εκφράσεις της.

§ 5
Από την άλλη, αιμοσταγείς τύραννοι αυτοαποκαλούνται προστάτες και σωτήρες των λαών εξανδραποδιστές αυτοδιορίζονται τιμητές* της ελευθερίας· μεγαλόσχημοι απατεώνες, καταπατητές και καταχραστές, μιλούν για τον τίμιο μόχθο και την ιερότητα της ιδιοκτησίας· και έμποροι των ιερών και των οσίων, για ευσυνειδησία και συνέπεια. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν μέρη στα οποία η επιβολή δικτατορικών καθεστώτων εμφανίζεται ως σωτήρια λύση ή ως έκφραση δημοκρατικής διακυβέρνησης της χώρας, όπως επίσης περιοχές που έχουν κατακτηθεί και βρίσκονται υπό κατοχή, όπως η μαρτυρική Κύπρος.

§ 6
Στις περιοχές αυτές, η άσκηση ψυχολογικής βίας, οι διώξεις και οι συλλήψεις, οι κρατήσεις, οι φυλακίσεις, τα βασανιστήρια, η τρομοκρατία, η παραβίαση του οικογενειακού ασύλου και η κατάργηση, τελικά, του δημοκρατικού πολιτεύματος καταρρακώνουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και καταργούν κάθε έννοια ισηγορίας, ισονομίας και ισοπολιτείας.

§ 7
Δυστυχώς, ακόμα και σε χώρες με δημοκρατική διακυβέρνηση, σε χώρες του λεγόμενου πολιτισμένου κόσμου, γίνονται καθημερινά παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Διότι για ποια προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να γίνεται λόγος, όταν τα τσιμεντένια μεγαθήρια στερούν τον ήλιο και τον αέρα από τα παιδιά, όταν η απληστία του χρήματος δε μας επιτρέπει να ανασάνουμε και δεν αφήνει τον παραμικρό χώρο για την ψυχαγωγία των παιδιών και την άθληση των νέων, όταν εξαιτίας του νέφους των μεγάλων πόλεων γεμίζουν καθημερινά τα νοσοκομεία μας από ασθενείς, όταν βάναυσα υποβαθμίζεται και αλλοιώνεται το περιβάλλον και η ποιότητα της ανθρώπινης ζωής;

§ 8
Για ποια ανθρώπινα δικαιώματα και προστασία τους μπορούμε να μιλάμε, ακόμα και σε αυτές τις δημοκρατικές χώρες, όταν υπάρχουν εκατομμύρια άνεργοι και άστεγοι, όταν εκατομμύρια άνθρωποι πεινούν και μένουν αναλφάβητοι, ή όταν η άντληση υλικών αγαθών είναι, τις περισσότερες φορές, αποτέλεσμα εκμετάλλευσης, απάτης, νοθείας και δωροδοκίας;

§ 9
Συνεπώς, δεν αρκούν μόνο τα Συντάγματα και οι Διακηρύξεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Είναι απαραίτητο, πέρα από τις οποιεσδήποτε διακηρύξεις, να παρέχεται στον κάθε πολίτη η δυνατότητα να ζει άνετα και ελεύθερα μέσα σ’ ένα περιβάλλον πολιτισμένο, ανθρώπινο και ευχάριστο, όπως είναι επίσης απαραίτητο να εξασφαλίζεται σ’ αυτόν η σωστή παιδεία, η ολοκληρωμένη και αποτελεσματική δημόσια περίθαλψη και, γενικότερα, μια ανεκτή ποιότητα ζωής. Μόνο έτσι θα μπορούμε να μιλάμε για πραγματική προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ελευθεριών του πολίτη. [568]



Κωνσταντίνος Α. Δημόπουλος, ΤΑ ΝΕΑ, 11/12/1998

                   (Ευχαριστώ τον πολύ καλό συνάδελφο και φίλο Γιάννη Τσιτσεκίδη για την παραχώρηση του κειμένου).

* ( τιμητής: Αυτός που ελέγχει κάποιον, επικριτής. Στο κείμενο όμως  χρησιμοποιείται με την έννοια: αυτός που προστατεύει, αυτός που φροντίζει).

                                                                    ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Α. Να γράψετε την περίληψη του κειμένου που σας δόθηκε σε 110-130 λέξεις.
[μονάδες 25]

Β1. Να χαρακτηρίσετε ως ΣΩΣΤΗ ή ΛΑΘΟΣ καθεμία από τις πιο κάτω προτάσεις, σύμφωνα με το κείμενο:

α)  Κάθε πολίτης οφείλει να σέβεται κυρίως τους ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση και εξάρτηση μαζί του.
β)  Οι αιμοσταγείς τύραννοι αυτοδιορίζονται επιτιμητές  της ελευθερίας.
γ)  Τα ανθρώπινα δικαιώματα  προστατεύονται σήμερα στις δημοκρατικές χώρες.
δ)  Τα εκατομμύρια ανέργων και αστέγων επιβεβαιώνουν την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
ε)   Δεν αρκούν μόνο τα Συντάγματα και οι Διακηρύξεις για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
[μονάδες 10]

Β2. α) Σε τι αποσκοπεί ο συγγραφέας με τη χρήση ρητορικών ερωτήσεων στην 7η και 8η παράγραφο του κειμένου;                                                            
[μονάδες 5]

β) Ποια νοηματική σχέση δηλώνουν οι διαρθρωτικές λέξεις-φράσεις του κειμένου:
«Αλλά και…» (2η παράγραφος), «Παρ’ όλα αυτά…» (4η παράγραφος), «Από την άλλη…»  (5η παράγραφος), «Συνεπώς…» (9η παράγραφος);                                                  
[μονάδες 4]

Β3. α) Να γράψετε δύο (2), διαφορετικά, είδη τεκμηρίων τα οποία χρησιμοποιεί ο συγγραφέας προκειμένου να στηρίξει τις θέσεις του.                                              
[μονάδες 2]

β) Σε τι αποσκοπεί ο συγγραφέας με τη χρήση παραδειγμάτων;                     
[μονάδες 4]

Β4. Να γράψετε ένα συνώνυμο για καθεμιά από τις πιο κάτω λέξεις του κειμένου:
Χρέος, εμπίπτουν, σέβεται, κατοχυρώνονται, υποβαθμίζεται.                              
[μονάδες 5]

Β5. Να γράψετε ένα αντώνυμο για καθεμιά από τις πιο κάτω λέξεις του κειμένου:
Δικαιώματα, περίτεχνα, ευσυνειδησία, καταργούν, απαραίτητο.                             
[μονάδες 5]

Γ. Σε άρθρο σας που θα αναρτήσετε σε δημοσιογραφικό portal να αναφερθείτε σε φαινόμενα που πιστοποιούν την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις μέρες μας. Στη συνέχεια να τεκμηριώσετε την άποψη πως η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων συνιστά απειλή για τη Δημοκρατία. (500-600 λέξεις).
[μονάδες 40]
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X